Dreams Blacker
than Death
Η Eralin και ο ξάδερφός της κάθισαν σ 'ένα από τα τραπέζια του
πανδοχείου.
Για μερικά αμήχανα λεπτά εκείνος απλά την κοίταζε μέσα στα
μάτια σα να προσπαθούσε να δει μέσα στην ψυχή της. Πήρε το θάρρος και μίλησε
πρώτη ρωτώντας τι ήταν αυτό που την ήθελε.
Της είπε ευθέως πόσο αντιπαθεί τον αδερφό της και τον
κίνδυνο που διατρέχει κάθε συγγενής από εκείνον εξαιτίας της δίψας του για
εξουσία. Την Eralin δεν την ενδιέφερε καθόλου η εξουσία και γνώριζε πόσο ο
αδερφός της την μισούσε. Μερικές φορές μάλιστα ευχόταν να μπορούσε κι εκείνη να
τον μισήσει μόνο και μόνο γιατί υπήρχε αλλά δεν μπορούσε να το κάνει...Ο Hazard της
ζήτησε να εγκατασταθεί στο χωριό και να προσφέρει όποια βοήθεια μπορούσε.
Εκείνη δέχτηκε να του παραχωρήσει ένα μέρος ώστε να φτιάξει την κατοικία του
και του πρότεινε να μείνει προσωρινά στο πανδοχείο μέχρι να ολοκληρωθούν οι
εργασίες του σπιτιού.
Η αλήθεια ήταν πως δεν περίμενε ποτέ κάποιος από την
οικογένεια ότι θα της ζητούσε οτιδήποτε ή ότι θα την συμπαθούσε, τουλάχιστον
έτσι νόμιζε, γι αυτό αποφάσισε να τον δεχτεί στο Migrathor.
Μία από τις επόμενες μέρες αποφάσισαν με τους συντρόφους της
και τον Edward που θα
γινόταν και ο νέος δήμαρχος να επισκεφθούν την πόλη για να βρουν χτίστη και
υλικά για τις κατασκευές που θα γίνονταν στο χωριό. Ο Edward μιλούσε
με τους τεχνίτες και έκλεινε τις συμφωνίες ενώ εκείνη το έπαιζε μια τυφλή που
απλά την κουβαλούσαν. Απορούσε γιατί έμπαινε στον κόπο κάθε φορά να πάει μαζί
τους. Ένιωθε ότι ήταν απλά ένα βάρος και δεν πίστευε πως να δώσει πεντακόσια
χρυσά νομίσματα για να φτιαχτεί η έπαυλη του δημάρχου ήταν το σωστό από την
στιγμή που δεν είχε γίνει τίποτα ακόμα για την ανάπτυξη του χωριού και οι
χωρικοί πεινούσαν. Παρόλα αυτά τα έδωσε χωρίς να πει τίποτα.
Όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά και καθώς ήταν έτοιμοι για
αποχώρηση ο Edward αποφάσισε να μπει σ'
ένα από τα μεγαλύτερα thief guilt
που υπάρχουν για να αναζητήσει κάποιον. O Mordan του είπε πως δεν είναι καλή ιδέα
να μπει εκεί μέσα αλλά τελικά εκείνος δεν τον άκουσε και μπήκε.
Όπως αποδείχτηκε
μιλώντας με τον Hazard μετά τον γυρισμό τους στο χωριό ήταν όντως πολύ κακή ιδέα
που ο Edward πήγε εκεί
και ο ξάδελφός της χρειάστηκε να ζητήσει βοήθεια από τους ιππότες ώστε ολόκληρο
το thief guilt
να μην κάνει επιδρομή στο Migrathor.
Το βράδυ η Eralin για να προστατευτεί από πιθανό κίνδυνο πήγε με τον Mordan να
κοιμηθούν στο σπίτι του Γκραχ αφού
αναγκάστηκε πρώτα να τον πλύνει παντού...γιατί βρωμούσε ολόκληρος.
Το βράδυ έπεσε και ήρθε η ώρα να ξαπλώσουν για να
ξεκουραστούν. Η Eralin έκλεισε τα μάτια της και καθώς την έπαιρνε ο ύπνος ο
εφιάλτης επέστρεψε, μόνο που αυτή την φορά ήταν πιο ζωντανός από κάθε άλλη φορά
και είχε μορφή...την μορφή ενός δαίμονα! Μεγάλα φτερά ξεπρόβαλαν από την πλάτη
του και τέσσερα χέρια με μακριά γαμψά
νύχια που τα δύο απ 'αυτά κρατούσαν σπαθιά, το ένα είχε χαραγμένο στην λεπίδα του το όνομά της, Τρόμος
και απόγνωση, σαν βέλη που σφηνώθηκαν βαθιά μέσα στην καρδιά της, ήταν όσα
ένιωθε. Μόνη και αβοήθητη στο απόλυτο σκοτάδι ευχόταν κάποιος να την ξυπνήσει
και να την βγάλει απ' αυτόν τον εφιάλτη. Πως μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν
δαίμονα; Δεν είχε την δύναμη!
Και τότε γαμψά νύχια της επιτέθηκαν με μανία και με μόνο
σκοπό να σκίσουν και να κομματιάσουν την σάρκα της. Προσπάθησε με μερικά ξόρκια
να τον αντιμετωπίσει και παρόλο που ένιωθε ήδη καταδικασμένη δεν θα πέθαινε
ποτέ χωρίς να πολεμήσει. Οι επιθέσεις του ήταν πολλές και δυνατές και όσο κι αν
προσπαθούσε να σωθεί ένιωθε πολύ αδύναμη μπροστά του για να τον νικήσει. Το
σπαθί του κατέβηκε με φόρα και δύναμη στο κεφάλι της και τότε συνειδητοποίησε
πως το τέλος ήρθε... Καθώς έπεφτε αργά στο κενό ξαφνικά γι άλλη μια φορά το
περίεργο κοράκι έκανε την εμφάνισή του και ο δαίμονας σα να φοβήθηκε που το
είδε, αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, εξαφανίστηκε!
Δεν ήξερε για ποιον λόγο την έσωσε πάλι ούτε την πραγματική του
φύση αλλά του χρωστούσε ευγνωμοσύνη.
Ζεστά χέρια ένιωσε να την αγκαλιάζουν και καθώς άνοιγε αργά
τα μάτια της διέκρινε το ταραγμένο πρόσωπο του Mordan. Το πόσο ανακουφισμένη και ευγνώμον
ένιωθε που τον έβλεπε και που είχε μείνει το βράδυ δίπλα της δεν μπορούσε να το
περιγράψει. Την ρώτησε αν ήταν καλά αλλά δεν ήξερε τι να απαντήσει. Η αλήθεια
ήταν πως δεν ήταν καλά, καθόλου καλά...και το μόνο που ήθελε εκείνη την
στιγμή ήταν ν' αρπαχτεί γερά από πάνω
του και να ξεσπάσει σε λυγμούς στην αγκαλιά του αλλά η υπερηφάνεια της δεν την
άφησε να το κάνει.
Όταν γύρισαν πίσω στην έπαυλη με χαρά είδε πως η Raphaela είχε
επιστρέψει, μόνο που είχε φέρει κι έναν μικρό μάγο μαζί της, τον Brat. Τους εξήγησε πως ο Brat είχε αποβληθεί από όλες
τις σχολές μαγείας γιατί ενώ μπορούσε να βγάλει απίστευτα δυνατή μαγεία από
μέσα του δεν ήξερε πως να την διαχειριστεί και χρειαζόταν την βοήθειά τους.
Πόσο τον καταλάβαινε...κι εκείνη είχε στην κατοχή της το πιο
ισχυρό αντικείμενο πιθανότατα στον κόσμο και δεν ήξερε τι να κάνει . Ένιωθε
χαμένη...
Δέχτηκε αμέσως να τον βοηθήσουν και να βρουν τον ναό της Davina που έψαχνε να βρει ο
μικρός σύμφωνα με το όραμα που είδε.
Την επόμενη μέρα ο Brat ζωγράφισε το μέρος που είχε δει. Ο μικρός είχε φοβερό
ταλέντο στην ζωγραφική και αποφάσισαν όταν τελείωσε το σχέδιο να μην χάσουν
χρόνο και να ξεκινήσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η Eralin προσπαθούσε
να μην το δείχνει αλλά η εικόνα του δαίμονα είχε καρφωθεί στο μυαλό της. Έβλεπε
συνέχεια την μορφή του, ήθελε απεγνωσμένα να διώξει αυτή την απαίσια εικόνα.
Έπρεπε να κάνει κάτι σύντομα γιατί την επόμενη φορά που θα ερχόταν για εκείνη δεν
πίστευε πως θα στεκόταν πάλι τόσο τυχερή. Έπρεπε να μαζέψει πληροφορίες για την
ασπίδα και για το πνεύμα που κυριαρχεί σ' αυτήν μετά την διάσπασή της. Δεν
ήξερε όμως από που να ξεκινήσει και ποιον να εμπιστευτεί για να μαζέψει τις
πληροφορίες που χρειαζόταν.
Μετά από μερικές μέρες ταξιδιού και με την βοήθεια ίσως του
μοναδικού πετυχημένου ξορκιού από τον μικρό Brat κατάφεραν να βρουν το ναό που
έψαχνε.
Μέσα στο ναό τους περίμενε ένα γρίφος που έπρεπε να λυθεί
και μετά από αρκετές προσπάθειες και αρκετούς τραυματισμούς που είχαν τα
κατάφεραν, αλλά η Eralin ήταν σίγουρη πως είχαν κι άλλα ν' αντιμετωπίσουν ακόμα...