Endless Grief
Μυρωδιές καμένης σάρκας ανακατεμένες με αίμα την έκανα να
θέλει να ξεράσει. Μέσα από τους καπνούς διέκρινε τις φιγούρες των συντρόφων της.
Αντικρίζοντάς τους κάθε σημείο του σώματος της παρέλυσε και το μυαλό της μούδιασε.
Στεκόταν μπροστά τους
μην μπορώντας να πιστέψει αυτό που
έβλεπε. Η καρδιά και η ψυχή της μαύρισαν τόσο πολύ σα να την είχε τυλίξει το
πιο πυκνό σκοτάδι. Το μόνο που ένιωθε ήταν ένας αβάσταχτος πόνος και μίσος! Ένα συναίσθημα που δεν
γνώριζε πόσο δυνατό μπορεί να είναι μέχρι που το ένιωσε μέσα της. Σαν βέλος που
σφηνώθηκε βαθιά στην καρδιά της.
Δεν μπορούσε να αναπνεύσει και δάκρυα άρχισαν να κυλούν
ασταμάτητα από τα μάτια της. Ξέσπασε σε λυγμούς και ήθελε να ουρλιάξει τόσο
δυνατά μήπως και μπορέσει να διώξει αυτόν
τον ανυπόφορο πόνο που σύνθλιβε την
καρδιά της. Όχι, ο πόνος δεν θα έφευγε ποτέ και ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεχάσει. Το
μόνο που λαχταρούσε ήταν η εκδίκηση! Και γι αυτό τον λόγο ορκίστηκε να μείνει
ζωντανή μέχρι να εκδικηθεί για τους αδικοχαμένους συντρόφους της.
Έσφιξε τις γροθιές της τόσο δυνατά που τα νύχια της έγδαραν το
δέρμα της παλάμης της και με μια αλλοιωμένη από το μίσος φωνή είπε:
<<Στο τέλος του φωτός εκεί που αρχίζουν τα όρια της
νύχτας θα βρίσκομαι εγώ, σαν ένα ατελείωτο κενό που πνίγει όλο το φως κάτω από
μια κουβέρτα σκοταδιού. Θα σε τσακίσω σε τέτοιο σημείο όπου δεν θα υπάρχει
επιστροφή. Θα σου συμβούν πράγματα που δεν θα μπορέσεις να ξεπεράσεις όσο κι αν
ζήσεις. Ο θυμός και το μίσος μου θα σε καταβροχθίσουν! Θα φυτέψω τον σπόρο του
πόνου στην ψυχή σου και θα την στήσω μέσα στην φωτιά. Καθώς η πύλη για το
βασίλειο των νεκρών θ’ ανοίγει θα κοιμηθείς αιώνια και μέσα στο ατελείωτο
όνειρό σου θα χορεύω και θα γελάω ξανά και ξανά! Θα είμαι η μοίρα που θα σου
επιβληθεί αδερφέ μου…>>
Λίγους μήνες αργότερα…
Ήταν αργά το βράδυ αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε
από το κρεβάτι και κάθισε μόνη της στο τραπέζι της έπαυλης. Έμεινε για αρκετή
ώρα σκεφτική κοιτάζοντας στο κενό και ύστερα πήρε ένα κομμάτι χαρτί και άρχισε
να γράφει:
Πίστευα πως ο χρόνος θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο μου αλλά μέρα με την μέρα νιώθω την θλίψη μέσα μου να μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου εδώ μέσα βλέπω τις εικόνες των σφαγιασμένων συντρόφων μου. Όλα τους θυμίζουν κι αυτό το κάνει ακόμα πιο οδυνηρό… Οι ίσκιοι της θύμησης είναι σαν να με σηκώνουν και να με μεταφέρουν σιωπηλά κάτω, όλο και πιο κάτω σε μια ατέρμονη κάθοδο και μετά από αυτό νιώθω μια δυνατή επιθυμία να κυλήσω στην απάθεια για όσα υπάρχουν γύρω μου. Αυτό που μου δίνει παρηγοριά είναι πως έχω
ακόμα εσένα και τους υπόλοιπους συντρόφους μου και η δίψα για εκδίκηση! Από εκείνη την ημέρα ορκίστηκα στον ίδιο μου τον εαυτό πως όσο χρόνο και αν μου πάρει, σε όποιον κόσμο κι αν βρίσκομαι, ακόμα και αν ο
ίδιος ο Θεός του Θανάτου μ’ έχει πάρει στο βασίλειο του θα βρω τρόπο να γυρίσω πίσω και να εκδικηθώ για όσους χάθηκαν. Δεν θα τα παρατήσω ποτέ!
‘’I love you as certain dark things
are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul.’’
Προς Raphaela