Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.4b Some time in the past…

Some time in the past…Part 2.
Λίγες ώρες μετά τη δύση του ηλίου, σε ένα όμορφο ξέφωτο στο κέντρο του δάσους το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά. Μια φωτιά ήταν στο κέντρο του ξέφωτου και γύρω της φιγούρες από Humans, Elf , ημίαιμα elf παιδιά αλλά και πλάσματα του δάσους όπως δρυάδες και νύμφες γλεντούν, τραγουδούν και χορεύουν με μεγάλο ενθουσιασμό. Στο κέντρο ενός μεγάλου τραπεζιού κάθεται ο Pergolas και στα δεξιά του το τιμημένο πρόσωπο της γιορτής η Lana το Drow.
Η Lana κοιτάζει χαρούμενη όλους τους παρευρισκόμενους που γλεντούν, σίγουρα το κασελάκι που πρόσφερε εκ μέρους της μάνας της περιείχε κάτι πολύ σημαντικό. Θα ήθελε παρά πολύ να ρίξει μια κλέφτη ματιά να δει τί είναι, αλλά από την στιγμή που η μητέρα της δεν της είπε το παραμικρό καλύτερα να μη χώσει τη μύτη της. Ξαφνικά νιώθει κάτι να της ακουμπάει τα μαλλιά. Γυρίζει και βλέπει ένα μικρό γλυκό ημίαιμο elf κοριτσάκι δειλά να χαϊδεύει τα άσπρα μεταξένια μαλλιά της. Το κοριτσάκι παγώνει όταν βλέπει την drow να έχει γυρίσει και τα κατακόκκινα ματιά να συναντούν τα δικά της, η drow της χαμογελά, το κοριτσάκι κοκκινίζει από ντροπή και σκύβει το κεφαλάκι του. Ένα απαλό χάδι αισθάνεται στο μαγουλάκι της καθώς τα εβένινα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της Lana πέρασαν απαλά από το μαγουλάκι της και σταμάτησαν στο πιγούνι της. Το πρόσωπο της μικρής ανασηκώνεται αργά ώσπου αντικρίζει τα μάτια της Lana, η οποία με ένα εγκάρδιο χαμόγελο και με γλυκιά φωνή την ρωτάει το όνομα της. Το κοριτσάκι ναζιάρικα απαντάει Αέναε, η drow την σηκώνει και την παίρνει στην αγκαλιά της. Η επόμενη ώρα πέρασε με την Lana να είναι πλήρως αφοσιωμένη στη μικρή, να παίζει και να μιλάει μαζί της, ώσπου κάποια στιγμή η Αέναε κουλουριάζεται και αποκοιμιέται στην αγκαλιά της. Ο Pergolas βλέποντας την Αέναε να κοιμάται σηκώνεται, κάνει νόημα στην Drow να τον ακολουθήσει και προχωράει σε ένα μεγάλο κατάλυμα που μέσα κοιμούνται αρκετά παιδάκια. Η Lana αποθέτει απαλά και προσεχτικά το κοριτσάκι σε ένα μικρό κρεβατάκι, το σκεπάζει, κοιτάει γύρω το κατάλυμα και αυτό που βλέπει την στεναχωρεί πολύ. Το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών είναι ημίαιμα. Αυτά τα παιδιά χωρίς να φταίνε, θα είναι μια ζωή στιγματισμένα, μισητά από Humans και elf. Τις σκέψεις της, διαταράζει μια κοριτσίστικη τρεμάμενη φωνή, που παρακαλά να μην πεθάνει και να παραμείνει κρυμμένη. Η Lana κάνει μεταβολή, προσπερνάει τον Pergolas χωρίς να πει κουβέντα και εξαφανίζεται. Δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται στις παρυφές του δάσους. Σε μικρή απόσταση εκτός του δάσους, είναι ένας καταυλισμός τσιγγάνων ή μάλλον το σωστό είναι ότι υπήρχε ένας καταυλισμός γιατί τώρα έχει δεχτεί επίθεση και καίγεται ολοσχερώς. Πολλοί άνδρες με πλήρη πολεμικό εξοπλισμό κατασφάζουν τους πάντες· τίποτα δεν γλιτώνει από τηνλάμα των σπαθιών τους, κανένα ίχνος οίκτου, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι ακόμα και νεογνά. Αυτή η τρελά πρέπει να σταματήσει, αλλά δεν ήρθε εδώ γι’ αυτό... Ψιθυρίζει κάποιες λέξεις δύναμης, η μορφή της αλλάζει, γίνεται γριά, τσιγγάνα, ενεργοποιεί το ένα από τα δαχτυλίδια της και τρέχει προς την άμαξα 
από την οποία προέρχεται η έκκληση βοήθειας. Περνάει μέσα από τη μάχη, όμως κάνεις δεν της δίνει σημασία, κανείς δεν μπορεί να την δει. Φτάνει έξω από την άμαξα που έχει μετατραπεί σε σπίτι με ρόδες και ανεβαίνει τα σκαλιά. Πριν άνοιξει την πόρτα και αφού ελέγξει ότι κανείς δεν κοιτάει προς το μέρος της, αναιρεί το ξόρκι που την είχε κάνει αόρατη. Η πόρτα είναι κλειδωμένη, επικαλείται την μαγεία της και μέσα σε κλάσματα η πόρτα ανοίγει διάπλατα.Το εσωτερικό του είναι όμορφα διακοσμημένο με χειροποίητα χαλιά στο πάτωμα, όμορφες περίτεχνες αραχνοΰφαντες κουρτίνες με έντονα χρώματα κρεμασμένες στα μικρά παράθυρα. «Αρκετά πλούσιο, κρίμα που όλα αυτά θα πάνε χαμένα...», σκέφτεται η Lana. Στα ενδότερα, είναι ένα υπνοδωμάτιο με δυο κουκέτες και μια μεγάλη σκαλιστή ντουλάπα. Με γοργές κινήσεις ανοίγει τη ντουλάπα. Κρυμμένη πίσω από διάφορα ρούχα είναι ένα μικρό κοριτσάκι με μακριά, ίσια, σκούρα καστανά μαλλάκια. Τα πανέρμοφα γαλάζια ματάκια της την κοιτούν φοβισμένα αλλά και γεμάτα ελπίδα. Σκύβει και με τα ροζιασμένα γέρικα χεριά της παίρνει την μικρή στην αγκαλιά της, βγαίνει βιαστικά από την άμαξα και αεικίνητα προχωράει προς τις παρυφές του δάσους. Κρύβει τη μικρή σε ένα μεγάλο θάμνο, φεύγει και καθώς απομακρύνεται ψιθυρίζει κάποιες λέξης μαγείας. «Αυτό θα σε κράτησει ασφαλή για μερικές ώρες», μονολογεί και χάνεται στο σκοτάδι. Τις επόμενες μέρες την παρακολουθούσε από μακριά κρυμμένη, τη βοηθούσε έμμεσα άλλες φορές αφήνοντας κάτι βρώσιμο στο διάβα της και άλλες φορές χρησιμοποιώντας την μαγεία της για να την προστατέψει από διάφορους κινδύνους. Σιγά σιγά με το πέρασμα του χρόνου η παρακολούθηση της μικρής έγινε πιο αραιή.

Μετά από μερικά χρόνια
Μια νεαρή γαλανομάτα κοπέλα παρακολουθεί μια πλούσια γυναίκα καθώς αυτή κάνει τα ψώνια της στην αγορά της πόλης. Μερικά στενά πιο κάτω, η ίδια γαλαζομάτα κοπέλα πέφτει καταλάθος πάνω στην πλούσια γυναίκα, ζητάει με ταπεινοφροσύνη συγγνώμη και συνεχίζει τον δρόμο της. Λίγα λεπτά μετά συναντιέται με ένα νεαρό, κρύβονται σε ένα άδειο στενό. Ελέγχουν προσεκτικά και συγκεντρωμένα μην τυχόν και υπάρχει κανείς άλλος κρυμμένος μαζί τους στο σοκάκι και αφού σιγουρευτούν βγάζουν από τις τσέπες τους την λεία της ημέρας. Δυο κατακόκκινα μάτια τους παρατηρούν μέσα από τις σκιές, ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίζεται στο πανέμορφο εβένινο πρόσωπο μιας Drow. «Τα καταφέρνεις πολύ καλά και μόνη σου πλέον Blue Blooded, δεν χρειάζεσαι πλέον τη βοήθειά μου. Από εδώ και πέρα είσαι μόνη σου...Να προσέχεις.» , μονολογεί η drow και χάνεται στις σκιές...

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.9. Losses and Regrets

                          Losses and Regrets ...



She has been through a lot lately. Especially the last few months.
It started with the iron prison. No other way to describe it. That filthy, evil place. A place she never thought she would escape from, with her life.
The loss of the friends she made. Sir Alexton, Lustmord
The loss of her baby to the Firstborns and the blow to her faith because of it.
The only light amidst all this darkness is Edward. Always there. A source of power, warmth and kindness. His tender and undying love. To hold her when she needed it and to cry in his arms every night since the tragedy with their baby. He had lost as much.


When this adventure started with their escape from that place, and their appearance in her world, only a few miles from her village, hope started to burn deep in her heart. She couldn’t imagine back then, how much could happen in a year.

The first thing she saw was Edward’s smile and she was grateful that he and everyone else were alive.
And on that riverbank they had escaped to, they met, by accident - or by god’s design? - her cousin. Eralin De Fien. Although she was her relative, they had never met before. She was travelling with Aramil Evocer a young mage.  He looked like a calm and quiet guy. She would like to speak with him to try and find if there are things he could learn from him and maybe teach him something?
They shared their stories but if what Eralin said was the truth she ought to be more careful to whom she spoke and what she revealed about herself.


For a long time afterwards she didn’t dare believe that they were finally free. She always expected to find the crystal ball with the diamonds or to wake up and realize she was dreaming and find herself (along with everybody else) back in that place again.

But their new life started to take hold and she felt safe and well. She had Edward’s love and a purpose.
The purpose was twofold. First and foremost she wanted to help her cousin stay alive and well and secondly, to help her bring growth, prosperity and renown to Migrathor.

She knew that things were not as they looked. She could feel evil in the world, just stirring up. And she had the Book of Shadows to confirm her suspicions and to look for information. Maybe not all the information she needed but enough to realize things were going to be much worse. And that they had to do anything and everything in their power to stop the upcoming catastrophe.

And then the most amazing thing happened. She and Edward were going to have a baby. She was joyous. She promised the baby to Davina. Her fist born baby was going to be given to the goddess. She was sure the goddess would take good care of the baby, as she had done with her. She hoped the baby was a girl and that she would find as much joy in magic, as she did.

But alas the baby was a boy. And the Firstborns appeared to take it with them. Davina came as well but she could not prevent them. What power did she have if she could not stop them? If she succumbed to their power.  What good was she if she couldn’t hold on to a baby it was promised her. She knew all about the firstborns. She had read about them on the book of shadows. But that didn’t change the loss she felt. The rage. The betrayal. She had never doubted Davina and her power before. This kind of thoughts hadn’t even crossed her mind. But now, now it was different.


From that day onwards, she just existed. She didn’t care about anything or anybody. Things were happening around her, but she couldn’t and wouldn’t bother to pay attention to them.

The only person that made her laugh a little was the dwarf. His “I am the reason you all live” attitude. The predicament he found himself in, after such proclamations. It was his situation that convinced her that gods really have power. She knew of no human magic that could do these things to him.

With this realization she felt like she woke up from a slumber. She would make an effort to take the baby back as Aenae had suggested. She knew it was hopeless, but she felt it was the only thing she could do to atone for the doubts she had about the gods and Davina specifically. She had seen what magic could do. She would try. She prayed very hard that night asking Davina for forgiveness and understanding.

But they could not save the baby. The Firstborns asked for three babies in return. She would have done it. But the others said no.
And Davina was there. She felt her power. Her strength.


Only then did she start paying attention around her. To her friends. To the responsibilities she had and she had neglected for so long.

Her friends needed help. Especially Mordan. Mordan who had helped save Edward’s life. She hadn’t helped him find the path to his goddess and she didn’t support him as she should have done. She owed him a lot and although an apology was a beginning it was not nearly enough. She would have to make it up to him.
And she had to see to Brat. He needed training and guidance. As much as she could offer him. He would grow to be much stronger than her if he managed to control his magic and use his brain.

And maybe she would one day be able to remember all this without feeling like her heart is going to break to a thousand pieces.

Chapter 3.0.4.4a Some time in the past…

Some time in the past…

Μια πανέμορφη καλλίγραμμη Drow με κάτασπρα μακριά μεταξένια μαλλιά, πιασμένα αλογοουρά. Φοράει μια πολύ προκλητική μαύρη ρόμπα, υπερβολικά στενή στην περιοχή του στήθους για να κρατάει στητά τα πανέμορφα χυμώδη στήθη της και κοντή έως το γόνατο περίπου, με ένα μεγάλο σκίσιμο αριστερά και δεξιά ώστε με κάθε βηματισμό να αποκαλύπτεται όλη η περιοχή των μηρών της. Προχωράει με σταθερό βήμα σε έναν κατασκότεινο γρανιτένιο διάδρομο. Το αριστερό της χέρι είναι πλήρως καλυμμένο από το μακρύ μανίκι της ρόμπας, μόνο τα λεπτά μακριά δάχτυλά της ξεχωρίζουν που κρατούν ένα μεγάλο ραβδί. Σύμβολα και μαγικοί ρούνοι δύναμης είναι περίτεχνα σκαλισμένοι σε όλο το μήκος του ραβδιού. Στην κεφαλή του ραβδιού στερεωμένο είναι ένα μικρό κοκκάλινο κεφάλι μαύρου δράκου και στη θέση των ματιών του, δυο αψεγάδιαστα σμιλευμένα κατακόκκινα ρουμπίνια. Η ρόμπα δεν καλύπτει καθόλου το δεξί της χέρι, αφήνοντας το τέλειο εβένινο δέρμα του χεριού της ακάλυπτο. Ένα περίτεχνο στριφογυριστό jade βραχιόλι που έχει την μορφή ενός εξωτικού δράκου, με την ουρά του να ξεκινά από το πάνω μέρος του μπράτσου της και το κεφάλι του να τελειώνει στην αρχή του καρπού της, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι η παλάμη της βγαίνει από το ανοιχτό του στόμα. Την εμφάνισή της συμπληρώνει ένα δερματόδετο spellbook στερεωμένο στην δεξιά μεριά της μέσης της.
Μετά από λίγα λεπτά φτάνει σε αδιέξοδο, ψελλίζει μια πρόταση, σχηματίζει με το δεξί της χέρι μερικά περίεργα σύμβολα και σε λίγα δευτερόλεπτα το σκοτάδι αποτραβιέται από μπροστά της, αποκαλύπτοντας μια δίνη φωτιάς. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και περνάει μέσα της.
Όταν ανοίγει τα μάτια της βρίσκεται σε έναν διάδρομο. Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου και ανά ίση απόσταση μεταξύ τους, είναι βαλμένα μεγαλοπρεπή αγάλματα που απεικονίζουν όλους τους θεούς· κάθε ένας έχει απέναντί του τον αντίθετό του. Στο τέλος του διαδρόμου δεσπόζει μια αψίδα που σχηματίζεται από δυο αγάλματα που σφίγγουν το ένα τα χέρια του άλλου τεντωμένα ψηλά. Αυτά τα δυο αγάλματα που απεικονίζουν την Davina και τον Lexar, ποτέ δεν κατάλαβε για ποιο λόγο είναι σε αυτήν τη θέση και όσες φορές ρώτησε τη μητέρα της, αυτή δεν της απάντησε. Πέρασε ανάμεσα από τα αγάλματα που σχηματίζουν την αψίδα και βρέθηκε σε ένα αχανές δωμάτιο, που οι τοίχοι χάνονταν στο σκότος. Πολλά και διασκορπισμένα πολύτιμα αντικείμενα: νομίσματα όλων των ειδών, πολύτιμοι λίθοι και πολύτιμα μεταλλεύματα κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του αχανούς αυτού δωματίου. Στο κέντρο, ή τουλάχιστον αυτό που μπορεί κάποιος να φανταστεί ως κέντρο του δωματίου, είναι μια ξύλινη πολυθρόνα με βελούδινο κόκκινο μαξιλάρι πάνω στην οποία κάθεται μια Drow. Πλησιάζει προς την πολυθρόνα Και όταν φτάνει σε απόσταση τριών βημάτων, σταματά και υποκλίνεται με σεβασμό. «Με καλέσατε μητέρα;». «Ναι, κόρη μου, σε κάλεσα. Μην μου υποκλίνεσαι, γαμώ Τις κολάσεις μου μέσα, στο έχω πει χιλιάδες φορές», απαντάει θυμωμένα η Drow. «Μα...», πριν καν προλάβει να τελείωσει την πρόταση της η νεαρή μάγισσα Drow, την διακόπτει με προστακτική φωνή η μητέρα της. «Μαμούνια..! Lana, σε κάλεσα εδώ για να πας στο Elwynn Forest και να παραδώσεις αυτό το κασελάκι» και δείχνει με τα μάτια της ένα απλό κιβώτιο που ήταν δίπλα στα δεξιά της πολυθρόνας. «Και να δώσεις και αυτόν τον πάπυρο αυτοπροσώπως στον άρχοντα του δάσους και ιεροφάντη, Πέργκολας. Να του τονίσεις να μην ανοίξει τον πάπυρο παρά μόνο όταν δει ότι η σφραγίδα από βουλοκέρι έχει σπάσει. Τότε θα μπορεί να το διαβάσει με ασφάλεια». Λέγοντας αυτά, της δίνει έναν πάπυρο δεμένο με μια χρυσή κορδέλα, σφραγισμένο με βουλοκέρι. Πάνω στη σφραγίδα ήταν το σύμβολο τον πρωτογέννητων. Η Lana, παίρνει το κασελάκι, ανοίγει ένα μικρό πουγκί και το βάζει μέσα μαζί με τον πάπυρο. Πάει να υποκλιθεί, αλλά στα μισά της υπόκλισης νιώθει ένα έντονο τσούξιμο στα καπούλια της. Γυρίζει απότομα και νευρικά, αλλά με το που βλέπει τη μητέρα της να κρατάει ένα καμτσίκι και να χαμογελάει πονηρά και παιχνιδιάρικα, χαμογελάει ήρεμα και εξαφανίζεται.
Κάπου μέσα στο Elwynn Forest δευτερόλεπτα μετά, δυο κόκκινα μάτια παρατηρούν προσεχτικά μέσα από τις σκιές των φυλλωμάτων ενός ψηλού δέντρου, έναν human άνδρα με άσπρα μαλλιά πιασμένα πίσω σε μια μικρή κοτσίδα. Από την κορμοστασιά του δεν φαίνεται μεγάλος σε ηλικία και είναι ντυμένος με μια καταπράσινη ρόμπα και μια χρυσή ζώνη είναι περασμένη στη μέση του. Περνούν αρκετά λεπτά που μένει κρυμμένη και παρατηρεί αυτόν τον άνδρα στο μικρό ξέφωτο του δάσους, την παραξενεύει που τόσην ώρα την έχει πλάτη και ασχολείται μια με τα φυτά, μια με διάφορα ζωάκια του δάσους, σαν να μην δίνει καθόλου σημασία στο τί μπορεί να συμβαίνει γύρω του. Αλλά, από την άλλη, άμα αυτός είναι ο ιεροφάντης που ψάχνει, σίγουρα κάποιο μαλακιστήρι ζωάκι θα έχει ρουφιανέψει τη θέση της.
Παίρνει μια βαθιά ανάσα, κάνει ένα βήμα από το ψηλό κλαδί, στο κενό μπροστά της. Μένει για λίγα δεύτερα να αιωρείται στάσιμη στον αέρα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει σιγά και σταθερά προς το έδαφος. Όταν φτάνει κάτω, βγάζει από το ένα πουγκάκι της το μικρό κασελάκι και πλησιάζει με σταθερό βήμα προς τον Δρυΐδη που ανέμελος χαζεύει τη φύση στο ξέφωτο. Πριν προβάλει να πλησιάσει σε απόσταση λιγότερο των τριών μέτρων ο Δρυΐδης της μιλά. «Τί γυρεύει μια Drow στο ιερό αυτό δάσος;» και την κοιτάει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, χωρίς όμως κάτι στις κινήσεις του να προδίδει επιθετικότητα.
«Χαίρε, Ιεροφάντη. Είμαι εδώ ακολουθώντας τις επιθυμίες της μητέρας μου, να σας παραδώσω αυτό το κασελάκι και έναν πάπυρο». Λέγοντας αυτά, η drow πλησιάζει με σταθερό και περήφανο βηματισμό τον Δρυΐδη και όταν πλέον έχει πλησιάσει αρκετά, τεντώνει τα χέρια κρατώντας το μικρό κασελάκι προσφέροντας του το. «Πιστεύω ότι το περιεχόμενο θα ευχαριστήσει εσένα και σίγουρα τη μητέρα σου.» Το παίρνει στα χέρια του ο Δρυΐδης και αρχίζει να το περιεργάζεται. Εξωτερικά είναι αυτό που φαίνεται· ένα απλό κασελάκι χωρίς κανένα ίχνος που να προδίδει κάτι για το περιεχόμενο του, για την ακρίβεια είναι τόσο απλό, που άμα το έβλεπες κάπου ακουμπισμένο, το μάτι σου θα το προσπερνούσε χωρίς να του έδινε ιδιαίτερη σημασία. Το ανοίγει προσεχτικά, σιγά σιγά, και όταν φτάνει στη μέση γουρλώνει τα ματια του. «Ω, μα την...» , αναφωνεί με δέος και το κλείνει γρήγορα. «Πώς; Πού το βρήκατε αυτό; Ήταν χαμένο εδώ Και αιώνες!». «Ηρέμησε Πέργκολας, αυτά που ρωτάς δεν έχουν καμιά σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι ότι πια βρίσκεται στην κατοχή του νόμιμου ιδιοκτήτη», λέει η Λάνα με ήρεμη γλυκιά φωνή και ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίζεται στο εβένινο πρόσωπό της. «Εκ μέρους της μητέρας μου και του τάγματος των Δρυΐδων σας ευχαριστώ. Είναι μεγάλη τιμή, πώς μπορώ να σας το ξεπληρώσω;», λέει ο Πέργκολας κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. «Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα. A! Παραλίγο να το ξεχάσω! Πρέπει να σας δώσω και αυτόν τον πάπυρο, αλλά να σας προειδοποιήσω να μην τον ανοίξετε, παρά μόνον όταν η σφραγίδα σπάσει από μόνη της. Τότε μπορείτε να το διαβάσετε με ασφάλεια». Λέγοντας αυτά η Λάνα, παραδίδει τον πάπυρο στον Πέργκολας, ο οποίος, αφού τον περιεργάζεται για λίγο, ύστερα τον τοποθετεί σε ένα scroll case που κρέμεται αριστερά στον μηρό του. «Τουλάχιστον κάντε μας την τιμή να κάτσετε σήμερα μαζί μας, για να κάνουμε μια γιορτή προς τιμήν Tης μητέρα σας.» Η Lana το σκέφτεται και μετά από λίγο γνέφει καταφατικά.

To Be Continued ....

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.8. The Loss


The Loss


Στάθηκε μερικά λεπτά όρθια στο δωμάτιο χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Λες και το μυαλό της είχε αδειάσει από σκέψεις.  Ξαφνικά άρπαξε την τσάντα της και την πέρασε στον ώμο της. Έβγαλε από μέσα ένα κομμάτι χαρτί και έγραψε βιαστικά << Βγαίνω να πάρω λίγο αέρα, δεν θ’ αργήσω… Μην ανησυχείς.>> το δίπλωσε προσεκτικά και το άφησε πάνω στο κρεβάτι. Καθώς γύρισε να φύγει η άκρη του ματιού της πήρε στην γωνία του δωματίου την θήκη που είχε μέσα την ασπίδα, την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια γύρισε την πλάτη της και βγήκε από το δωμάτιο.

Προσπάθησε καθώς κατέβαινε στην είσοδο της έπαυλης να μην κάνει θόρυβο, δεν ήθελε να την δει κανείς που έφευγε, δεν ήθελε να την ρωτήσει κανείς που πήγαινε.. ούτε εκείνη ήξερε άλλωστε.
Βγαίνοντας άφησε τα πόδια της να την οδηγήσουν όπου θέλουν εκείνα. Σκέφτηκε για μια στιγμή να κρυφτεί στις σκιές αλλά το κρύψιμο δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Περπάτησε σαν χαμένη για κάμποσα λεπτά μέχρι που συνειδητοποίησε πως βρισκόταν έξω από το χωριό, όχι όμως πολύ μακριά. Βρήκε την σκιά ενός δέντρου και κάθισε από κάτω.

Το βλέμμα της χάθηκε πέρα μακριά στον κάμπο και τα χωράφια με τα καλαμπόκια. Τότε πρόσεξε ίσως για πρώτη φορά πόσο όμορφα είναι να τα κοιτάς. Μερικές φορές έχεις μπροστά σου τόσο όμορφα πράγματα και ούτε καν τα προσέχεις γιατί τα έχεις όλα δεδομένα και σκέφτεσαι πως και αύριο θα είναι ακόμα εκεί για να τα βλέπεις, ίσως όμως να μην βρίσκεσαι εσύ εκεί πλέον…

Της ήρθαν εικόνες από την τελευταία μάχη και τον θάνατο των συντρόφων της. Την μία στιγμή έχεις τα άτομα που αγαπάς δίπλα σου και την άλλη στιγμή έχουν χαθεί… έτσι απλά. Όχι, τίποτα δεν είναι απλό, ούτε ο θάνατος ούτε και η ζωή. Κάθε φορά που πεθαίνει κάποιος είναι σαν ένα κομμάτι της καρδιάς σου να θρυμματίζεται… νιώθεις μέσα σου έναν  διαπεραστικό πόνο και προσπαθείς να μείνεις δυνατή όχι μόνο για σένα αλλά κυρίως για τους άλλους.

Και όταν έρχεται η στιγμή που ο σύντροφος σου ξανάρχεται στην ζωή νιώθεις την χαρά και την ανακούφιση και προσπαθείς να ξανά κολλήσεις το κομμάτι που έσπασε λες και είναι κάτι τόσο απλό… λες και πήγε μια εκδρομή και γύρισε. Ίσως από δω και πέρα έπρεπε να συμβιβαστεί με την απώλεια… μία απώλεια που παίρνει από μέσα σου παραπάνω απ’ όσα φαντάζεσαι.

Το φως του ήλιου άρχισε να πέφτει και συνειδητοποίησε πως ήρθε η ώρα να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει αλλά ήξερε πως υπήρχαν άτομα πίσω στην έπαυλη που την περίμεναν και γι αυτό τον λόγο άξιζε να γυρίσει!

Καθώς περπατούσε σκέφτηκε πως δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο τελικά… Να πεθάνεις ή ότι πεθαίνει μέσα σου ενώ ζεις.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.3 Several years ago

Αρκετά χρόνια πριν …
Μια όμορφη, γυμνασμένη, λυγερόκορμη γυναικεία φιγούρα κατεβαίνει τα σκαλιά ενός πύργου προς το υπόγειό του. Εκεί, φτάνοντας σε έναν τοίχο αρχίζει ν’ αγγίζει σε διάφορα σημεία τον τοίχο και ψιθυρίζοντας μερικές λέξεις , ο τοίχος ανοίγει. Μπροστά της εμφανίζεται ένα πελώριο δωμάτιο γεμάτο παγίδες, στόχους , πόρτες, σεντούκια και οτιδήποτε άλλο θα χρειαζόταν για να προπονηθεί ένας ικανός κλέφτης. Απέναντι στο βάθος, μια όμορφη κοκκινομάλλα Ελφ κάνει κάποια ακροβατικά για να αποφύγει τις παγίδες που είναι βαλμένες σε ένα διάδρομο, μπροστά από ένα μεγάλο σεντούκι .Οι κινήσεις της ήταν παρά πολύ επιδέξιες και καταφέρνει, χωρίς μεγάλο κόπο, να περάσει όλες τις παγίδες του διαδρόμου. Φτάνοντας μπροστά στο μπαούλο ψιθυρίζει κάποια λόγια και το περιεργάζεται από κοντινή απόσταση χωρίς όμως να το αγγίζει…. Η λυγερόκορμη γυναικεία φιγούρα μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και κάθεται πάνω σε ένα κιβώτιο, χωρίς όμως να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, έτσι ώστε να απολαύσει την κοκκινομάλλα. Αφού έχει περιεργαστεί αρκετά καλά το μπαούλο και έχει αναλύσει τις αύρες που βγάζει από τις μαγείες που το προστατεύουν, βγάζει ένα μικρό βαλιτσάκι που είχε δεμένο πίσω στη μέση της και από εκεί βγάζει τα εργαλεία του επαγγέλματος. Με απαλές κινήσεις τα αποθέτει δίπλα της στο έδαφος και βγάζει ένα μικρό ραβδάκι με το οποίο στερέωνε να μαλλιά της κότσο, αυτά λύνονται και πέφτουν ανάλαφρα στους ώμους της, Στη συνέχεια, ενεργοποιεί το ραβδάκι λέγοντας μια λέξη ψιθυριστά που κάνεις απλός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να καταλάβει όσο κοντά και αν ήταν, όχι όμως για τα αυτιά της φιγούρας που κάθονταν στην άλλη άκρη του δωματίου και παρατηρούσε .Το ραβδί έβγαλε μια μπλε λάμψη και τινάζοντας το χέρι της προς το μπαούλο, η λάμψη έλουσε και κάλυψε όλο το σεντούκι, μια κατακόκκινη λάμψη ξεπήδησε από το μπαούλο και μετά τίποτα. Η κοκκινομάλλα, αφού σιγουρεύτηκε ότι η γητεία πλέον απενεργοποιήθηκε στο μπαούλο ξαναμάζεψε τα μαλλιά της και τα στερέωσε με το ραβδάκι με ένα χαμόγελο ευτυχίας στο πρόσωπο. Συγκεντρώθηκε και γονάτισε μπροστά από το κιβώτιο, πήρε ένα εργαλείο λεπτό και άρχισε να περιεργάζεται την κλειδαριά του. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα αυτή άνοιξε, την πήρε προσεχτικά στα χεριά της και την απέθεσε κάτω δεξιά της με απαλές κινήσεις, σήκωσε λίγο το καπάκι από το μπαούλο και έχωσε μέσα ένα άλλο μακρύ, λεπτό εργαλείο που στην άκρη του είχε στερεωμένο ένα μικρό καθρεφτάκι. Σάστισε για λίγο καθώς όταν έβαλε μέσα στο άνοιγμα το εργαλείο της, αυτό άρχισε να χάνεται στη σκιά, αμέσως το τράβηξε έξω, σούφρωσε τα σαρκώδη χείλη της και έβγαλε από την δεξιά μεριά της τσέπης της ένα scroll case, το άνοιξε και από μέσα έβγαλε ένα scroll. Άρχισε να το διαβάζει και δεν σταμάτησε μέχρι που το σκοτάδι στο σεντούκι χάθηκε, αλλά η χαρά δεν κράτησε για πολύ. Πριν προλάβει να αντιδράσει μια έκρηξη έγινε μέσα στο μπαούλο και φωτιά το τύλιξε και παραλίγο και την ιδία. Η δοκιμασία έληξε με αποτυχία και δυνατά γέλια ακουστήκαν από την άλλη άκρη του δωματίου. Ξαφνιασμένη όπως ήταν από την έκρηξη και την παρουσία της μορφής πάνω στο βαρέλι, την οποία δεν την είχε αντιληφθεί, τράβηξε δυο στιλέτα και τα πέταξε με δύναμη πάνω στη σκοτεινή φιγούρα. Πριν προλάβουν τα στιλέτα να διασχίσουν την μισή απόσταση προς τον στόχο τους, αυτός εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πίσω από την κοκκινομάλλα έχοντας ένα μικρό σπαθί περασμένο στο λαιμό της .
Η σκοτεινή φιγούρα ξέσπασε σε δυνατά γέλια. «Είσαι ακόμα πολύ μικρή κόρη μου για να μπορέσεις να με πληγώσεις», ψιθύρισε στο αυτί της κοκκινομάλλας . Τότε μια φωνή ακούστηκε πίσω από την σκιερή γυναίκεια φιγούρα. « Γέρασες μητέρα και πλέον δεν προσέχεις τόσο πολύ όσο παλιά». Η μορφή της κοκκινομάλλας που κρατούσε η σκιερή μορφή έγινε καπνός μέσα από την λαβή που της είχε κάνει, όμως η σκιερή μορφή έμεινε ακίνητη και η κοκκινομάλλα που βρισκόταν πια πίσω της, έχωσε το στιλέτο βαθιά πίσω στην πλάτη της. « Χα, χα, χα! Μικρή μου κορούλα, έμαθες επιτέλους ένα ενδιαφέρον κόλπο, μπράβο σου», ακούστηκε η σκιερή μορφή να λέει καθισμένη στο ίδιο βαρέλι που ήταν και στην αρχή. «Αλλά δυστυχώς για σένα κόρη μου, αυτό το κόλπο το ξέρω εδώ και πολλά χρόνια πριν από σένα και το γνωρίζω και καλύτερα γιατί εγώ το δημιούργησα». «Μα πώς; Αφού μπορούμε να βγάλουμε μονό ένα σκιερό κλώνο… Πώς; Γιατί;» είπε αποκαρδιωμένη η κόρη και θηκάρωσε το στιλέτο πίσω στη θήκη του, πηγαίνοντας με απογοήτευση προς την σκιερή μορφή που πλέον ξεχώριζε η μορφή μιας όμορφης drow γυναίκας . Το drow την αγκάλιασε και την χάιδεψε απαλά στο κεφάλι. «Κόρη μου, είσαι ακόμα πολύ μικρή για να μπορέσεις να με φτάσεις, αλλά μην στεναχωριέσαι· κάποτε θα με φτάσεις και μπορεί να με ξεπεράσεις. Τότε θα είναι ο καιρός που κάποια από εσάς τις τρεις μου κόρες θα αναλάβει τη συνέχεια του έργου μου. Αλλά αυτό θα πάρει πολλά χρόνια. Ως τότε προπονήσου. Όμως δεν είναι αυτός ο απώτερος σκοπός της επίσκεψης μου σε σένα, σου έχω μια αποστολή.» Η κοκκινομάλλα χοροπήδησε από τη χαρά της. Επιτέλους! Μετά από τόσα χρόνια θα βγει στον κόσμο. «Αυτό σημαίνει μητέρα, ότι είμαι έτοιμη και άξια για να σε υπηρετήσω;» είπε με μια γλυκιά αθώα φωνή . «Ναι κόρη μου, καιρός να αποδείξεις τι μπορείς να κάνεις». Χαμογέλασε η drow, της έδωσε μια περγαμηνή και απαλά η μορφή της βυθίστηκε στις σκιές.
Μερικές μέρες μετά …
Σε μια ταβέρνα γεμάτη κόσμο, όχι και του πιο αξιόλογου σιναφιού, μπαίνει μέσα ένας νεαρός άνθρωπος γύρω στα είκοσι, με λευκό δέρμα, μαύρα σαν του κορακιού μακριά μαλλιά και μαύρα ματιά. Από το περπάτημά του κάποιος έμπειρος μπορεί να καταλάβει ότι πρόκειται για μαχητή. Ο νεαρός πηγαίνει και αράζει στο μπαρ και παραγγέλνει μια μπίρα. Καθώς πίνει μελαγχολικά, ακούει από έναν τύπο στη διπλανή παρέα, που επίσης τα τσούζει, κάτι που τον ταράζει. Περιμένει υπομονετικά και όταν μετά από κάποια ώρα ο τύπος φεύγει, ο νεαρός τον ακολουθεί έξω από το καπηλειό και τον πλησιάζει. Τον ρωτάει σχετικά με αυτά που άκουσε στην ταβέρνα, ο ξένος του εξιστορεί τα άσχημα νέα· για ένα χωριό που ξεκληρίστηκε, το όνομα του οποίου είναι ίδιο με αυτό της φυλής του, Claw.
Ο νεαρός πηγαίνει γρήγορα στον στάβλο που είχε αφήσει το άλογο του, το ιππεύει και φεύγει καλπάζοντας γρήγορα . Ο ξένος παρακολουθεί με το βλέμμα το νεαρό, χαμογελάει και πηγαίνει σε ένα σκοτεινό στενό, λίγα μετρά πιο κάτω. «Όλα καλά, έκανα αυτό που μου ζήτησες.» Τεντώνει το χέρι του με την παλάμη ανοιχτή περιμένοντας και όντως από ένα πουγκί πέφτουν 10 χρυσά νομίσματα . «Να ΄σαι καλά και άμα ποτέ χρειαστείς κάποια άλλη βοήθεια, μην διστάσεις να μου την ζητήσεις, το όνομα μου είναι…». «Δεν χρειάζομαι το όνομα σου ξένε και σε ευχαριστώ, μπορείς τώρα να πηγαίνεις.», ακούγεται μια γλυκιά μελωδική φωνή από μια φιγούρα που είναι κρυμμένη στη σκιά . Ο ξένος κάνει μεταβολή και ξεκινάει να απομακρύνεται, μετά από δυο βήματα σταματάει και γέρνει προς τη φιγούρα θέλοντας να πει κάτι, δεν βλέπει κανέναν, κάνει ένα μορφασμό και συνεχίζει το δρόμο του προς τον ’Οίκο της πόλης για να πέρασει μια όμορφη βράδια με κάποια πεταλούδα, Μάλιστα με κάποια πολύ όμορφη πεταλούδα που θα του προσφέρουν αυτά τα δέκα χρυσά νομίσματα.
Ο νεαρός μετά από μιας εβδομάδας γοργού καλπασμού και ολιγόωρων στάσεων που έκανε ίσα ίσα για να ξεκουραστεί αυτός και το άλογό του, έφτασε στον προορισμό του . Το χωριό της φυλής Claw .
Αλλά αυτό που αντίκρισε κόντεψε να τον τρελάνει… Όλο το χωριό καμένο, ούτε ένα κτίσμα όρθιο, όλοι νεκροί. Άρχισε να βολοδέρνει σαν την άδικη κατάρα μέσα στις στάχτες του κάποτε χωριό του, μπας και βρει κάποιον ζωντανό αλλά τίποτα. Μετά από κάποιες ώρες και ενώ είχε απελπιστεί πλήρως, βλέπει τη μορφή ενός ζητιάνου να κάθεται στην είσοδο του χωριού και να κοιτάει με λύπη τις στάχτες του χωριού. Ο νεαρός τον πλησιάζει και όλο απορία τον περιεργάζεται, ο ζητιάνος ανταποδίδει το βλέμμα θλιμμένα και του λέει με φωνή τρεμάμενη από την στενοχώρια: «Αχ αγόρι μου άργησες. Μεγάλο κακό μας βρήκε . Ο αδελφός σου, ένα βραδύ μπήκε στο σπίτι τον γονιών σου ενώ αυτοί κοιμόντουσαν και έσφαξε την μητέρα σου και τον πατερά σου για να κλέψει το ένα από τα έξη μαγικά σπαθιά της οικογενείας σου. Εγώ έτρεξα στα δάση και κρύφτηκα εκεί. Μετά από λίγο είδα καπνό και το χωριό να έχει λαμπαδιάσει, συγχωρά με αγόρι μου αλλά φοβόμουν να γυρίσω στο χωριό κι έτσι παρέμεινα κρυμμένος στο δάσος για πολλές μέρες και όταν πια οι φωτιές έσβησαν, γύρισα πίσω να δω τι είχε συμβεί. Ήταν αργά πλέον, όλοι νεκροί. Μην μπορώντας να κάνω κάτι μάζεψα και έθαψα όσα πτώματα μπορούσα από αυτούς που βρήκα.»
Ο νεαρός άνδρας συντετριμμένος μετά από αυτά που άκουσε, σέλωσε το άλογο του κι έφυγε από το μέρος που κάποτε ήταν το χωριό του, μη ρίχνοντας ούτε μια ματιά πίσω του.
Ο ζητιάνος άρχισε να προχωρεί κουτσαίνοντας προς το δάσος, σκυφτός από τα βάρη της ζωής του, και όταν σιγουρεύτηκε ότι ο νεαρός είχε φύγει πολύ μακριά, ο βηματισμός του έγινε ανάλαφρος, το κορμί του ίσιωσε και στο επόμενο βήμα που έκανε μεταμορφώθηκε σε μια όμορφη κοκκινομάλλα ελφ. Η κοκκινομάλλα σταμάτησε και κοίταξε λυπημένη τις στάχτες του χωριού και μετά προς την κατεύθυνση που έφυγε ο νεαρός. Αναστενάζοντας χάθηκε μέσα στις σκιές ….

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.2 Just some months ago ..


 At the Sigil merchant district 


      Στο πίσω μέρος μιας μεγάλης αποθήκης είναι στοιβαγμένα χιλιάδες κιβώτια, η σκόνη και οι ιστοί από τις αράχνες αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο μέρος της αποθήκης έχει χρόνια να χρησιμοποιηθεί. Τρία ποντίκια που μασουλούσαν ξέγνοιαστα τα κιβώτια σταματούν απότομα καθώς ο αέρας γύρω τους αρχίζει να ηλεκτρίζεται, οι τρίχεs της γούνας τους αρχίζουν να σηκώνονται τη στιγμή που μικρές λάμψεις μπλε ενέργειας εμφανίζονται, σαν άτακτες πυγολαμπίδες που πετούν ανέμελες στη νύχτα. Οι λάμψεις αρχίζουν να πληθαίνουν και ενώ οι κινήσεις ήταν ακατάστατες στην αρχή, μετά από λίγο δείχνουν να έχουν ένα μοτίβο. Κατόπιν, με μια απότομη κίνηση όλες οι μικρές λάμψεις ενώνονται και δημιουργούν για μερικά δευτερόλεπτα μια εκτυφλωτική σφαίρα ενέργειας, ο χώρος γεμίζει με ένα έντονο γαλάζιο φως και μετά πάλι απόλυτο σκοτάδι και ηρεμία. Στο σημείο που βρίσκονταν τα ποντίκια δεν υπάρχει τίποτα πλέον, παρά μόνο το αποτύπωμα των σκιών τους στα κιβώτια...
          Δυο πανέμορφα σμαραγδένια μάτια εμφανίζονται στο σκοτάδι· ξεχωρίζουν σαν δυο όμορφα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό. Τα μάτια αεικίνητα ανιχνεύουν το χώρο και είναι σαν να μην τους ενοχλεί η παντελής έλλειψη φωτός. Τα μάτια κινούνται προς την απέναντι μεριά της αποθήκης, όπου φαίνεται το αχνό περίγραμμα μιας πόρτας, η κίνησή τους είναι τόσο απαλή, όπως το λάδι που κυλάει πάνω στο νερό. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα και έχοντας φτάσει στον προορισμό τους, τα μάτια κλείνουν.
Μια γυναικεία μορφή ξεπροβάλει από το σκότος και κινείται προσεχτικά προς την πόρτα, που το περίγραμμά της αχνοφαίνεται από το φως του δωματίου πίσω της. Ακουμπάει με το προφίλ του προσώπου της στην πόρτα και αφουγκράζεται. Ακούγονται πολλές διαφορετικές φωνές. Ξεχωρίζει έξι, δυο είναι σίγουρα human, μία είναι νάνου, μία elf και δυο αλλόκοτες ομιλίες που δεν μπορεί να καταλάβει σε ποια φυλή ταιριάζουν.
«Όπως και να έχει είναι πολλοί, δεν χρειάζεται να ριψοκινδυνεύσω και να αποτύχω, ας βρω άλλον τρόπο να βγω», σκέφτεται και γίνεται ένα με τις σκιές. 
Το ψάξιμο απέδωσε καρπούς. Της πήρε τριάντα ολόκληρα λεπτά για να βρει μια πολύ καλά κρυμμένη καταπακτή και να απενεργοποιήσει τις αμυντικές γητείες που την προστάτευαν. Όταν ήταν πλέον σίγουρη ότι όλα είναι ασφαλή, σήκωσε λίγο την καταπακτή και έχωσε προσεχτικά ένα μακρόστενο αντικείμενο που στην άκρη του είχε έναν μικρό καθρέφτη και το στριφογύρισε μερικές φορές έτσι ώστε να δει τί μπορεί να υπάρχει εκεί κάτω. Όταν δεν βρήκε τίποτα, την άνοιξε πλήρως και με μια επιδέξια κίνηση χώθηκε μέσα κλείνοντας αργά και αθόρυβα την καταπακτή από πάνω της.
        Η κάθοδος ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι είχε υπολογίσει αλλά δεν ήταν αρκετή για να ανησυχήσει. Μάζεψε τα πόδια της στο στήθος της, έκανε τρεις τούμπες στον αέρα και λίγα μέτρα προτού προσγειωθεί, τέντωσε το σωμα της σε στάση προσοχής. Δυο εκατοστά προτού ακουμπήσει το νερό που βρίσκονταν από κάτω της, ενεργοποίησε την μαγεία των μποτών της και έγινε ελαφριά σαν πουπουλο, προσγειώθηκε πάνω στην επιφάνεια του νερού σαν ένα φύλλο που το παρέσυρε ο άνεμος και πέφτει σε μια λίμνη· τόσο ομαλά και τόσο αθόρυβα. Ένα πλατύ χαμόγελο ευχαρίστησης σχηματίστηκε στο όμορφο νεανικό ελφ πρόσωπό της.
Ένα κατακόκκινο τσουλούφι έπεσε μπροστά από το δεξί της μάτι καλύπτοντας την όραση της. Με τα μακριά, λεπτά, γαντοφορεμένα δάχτυλα του δεξιού της χεριού ανασήκωσε την κουκούλα που κάλυπτε τα μακριά, πύρινα μαλλιά της και έβαλε το ατίθασο τσουλούφι στη θέση του. Στερέωσε την κουκούλα με δυο φουρκέτες ώστε να καλύπτει όσο καλύτερα γίνεται τα μαλλιά και το πρόσωπό της. Με γοργές κινήσεις άρχισε να ελέγχει αν ο εξοπλισμός της ήταν στη θέση του μετά από την πτώση, έλεγξε τα στιλέτα που είχε κρυμμένα στην πλάτη της, στις μπότες, το ένα Short Sword που ήταν θηκαρισμένο στο δεξί μηρό , το Dagger στον αριστερό μηρό της, τα διάφορα ελιξήρια που ήταν βαλμένα στις μπροστινές τσέπες της ζώνης και τελευταία τα εργαλεία του επαγγέλματος που ήταν όλα τακτοποιημένα μέσα σε ένα τσαντάκι πίσω στη μέση της. Αφού σιγουρεύτηκε ότι όλα ήταν στη θέση τους, ξεκίνησε να προχωρά μέσα στο σκοτεινό υπόνομο. Μετά από δέκα λεπτά προσεχτικού βαδίσματος με τις σκιές να την έχουν αγκαλιάσει και να της δίνουν την αίσθηση της ασφάλειας, όπως νιώθει ένα μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, βρέθηκε μπροστά σε μια διασταύρωση. Σταμάτησε και αφουγκράστηκε μήπως ακούσει κάποιον θόρυβο. Σιωπή. Άρχισε να παρατηρεί προσεκτικά της κατακόμβες που είναι γύρω της για σημάδια, δεν μπόρεσε να βρει τίποτα και αυτό ήταν που την έκανε να ανησυχήσει. Τέτοια μέρη συνήθως είναι γεμάτα από σιχαμένα ζωύφια και ποντίκια, διότι όταν υπάρχει παντελής έλλειψη από τους αυτόχθονες κατοίκους μιας περιοχής, τότε μόνο ένα πράγμα είναι σίγουρο· κάτι υπάρχει εδώ κάτω τόσο τρομερό που τα έδιωξε όλα. Ό,τι και να είναι, καλό θα ήταν να μην βρεθεί στο διάβα της, μιας και δεν είχε καμία όρεξη για καθυστέρηση, γρηγόρευσε τις αισθήσεις της και διάλεξε τον αριστερό διάδρομο. 
            Οι κινήσεις της ήταν πολύ προσεχτικές και σίγουρες, αλλά αυτό την καθυστερούσε αρκετά. "Καλύτερα αργή και ασφαλής παρά να βιαστώ και να φύγω άκλαφτη σε αυτούς τους υπονόμους", σκέφτηκε και συνέχισε την πορεία της. Τα λεπτά έγιναν ώρα και η ώρα έγινε ώρες. Ήταν σίγουρη πλέον ότι έχει χαθεί και ότι περιπλανιέται σαν την άδικη κατάρα σε αυτούς τους δαιδαλώδεις υπονόμους.
Και ενώ άρχιζε να απελπίζεται, ξαφνικά μια φωνή που αντιλαλούσε στις άδειες κατακόμβες ήρθε να αναπτερώσει τις ελπίδες της. Σταμάτησε, έμεινε απόλυτα ακίνητη, κράτησε την αναπνοή της και προσπάθησε να καταλάβει από πού ήχησε. Λίγα λεπτά πέρασαν μέχρι να είναι απολύτως σίγουρη ότι για το ποια από τις κατακόμβες ήταν η σωστή να ακολουθήσει για να φτάσει στην πηγή της φωνής. Καθώς προχωρούσε αθόρυβα μέσα στα λύματα της πόλης, η φωνή άρχισε να είναι πιο ξεκάθαρη και πλέον έβγαζαν νόημα αυτά που στην αρχή της φαινόταν σαν μουρμούρα.        Ήταν φωνή μιας κοπέλας νεαρής ηλικίας, που παρακαλούσε κάποιον να μην της κάνει κακό, μετά ακούστηκε μια κραυγή πόνου και τρόμου και μετά πάλι να παρακαλάει να την αφήσει στην ησυχία της . Τα μάτια της κοκκινομάλλας έλαμψαν από θυμό και άρχισε να τρέχει πάνω στα νερά των λυμάτων χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Σύντομα, η κατακόμβη στην οποία προχωρούσε τόσην ώρα έδωσε τη θέση της σε μια στοά, ευθεία μπροστά της αδιέξοδο. Μόνο δεξιά και αριστερά μπορούσε να πάει. Από δεξιά φαινόταν το φως μιας φωτιάς και η σκιά 3 ανδρών και μιας γυναικείας φιγούρας. Οι δυο άνδρες καθόντουσαν σε δυο τελάρα και έτρωγαν ενώ ο τρίτος, κρατώντας ένα μαχαίρι, έσκιζε τα ρούχα της γυναικείας σκιάς. Η κοκκινομάλλα έβγαλε από την τσέπη της έναν μικρό καθρέφτη και ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο πίσω από τις σκιές. Έβγαλε σιγά σιγά τον καθρέφτη χαμηλά από τη γωνία για να δει καλύτερα τί συνέβαινε. Έκπληκτη είδε ότι οι δυο άνθρωποι που φαίνονταν στις σκιές να κάθονται σε καφάσια και να τρώνε, ήταν δυο άνδρες που κάθονταν πάνω σε κορμιά κατακρεουργημένων παιδιών που τους έλειπαν τα άκρα και τα κεφάλια και αυτά που έτρωγαν με λαιμαργία δεν ήταν παρά η σάρκα των άκρων των παιδιών. Ο τρίτος άνδρας, ένας κακάσχημος λιπόσαρκος μεσήλικας, είχε σκίσει τα ρούχα της νεαρής κοπέλας και με το μαχαίρι του ήταν έτοιμος να της κόψει τη ρώγα από το όμορφο κατάλευκο στήθος της. Ο θυμός και η οργή κυρίευσαν την κοκκινομάλλα η οποία χωρίς δεύτερη σκέψη, όρμηξε τρέχοντας προς το μέρος της εστίας. Με επιδεξιότητα, πηδάει πάνω από τη φωτιά κάνοντας μια περίτεχνη τούμπα στον αέρα και ταυτόχρονα πετάει δυο στιλέτα προς τους δυο άνδρες που έτρωγαν. Αυτά βρήκαν τον στόχο τους αμέσως και όταν προσγειώθηκε βρέθηκε πίσω από τον τρίτο με τα δυο στιλέτα της βυθισμένα στην πλάτη του. Μια γραμμή αίματος έτρεξε από το στόμα του τρίτου τη στιγμή που έπεφτε χάμω νεκρός, χωρίς να έχει προλάβει να βγάλει τον παραμικρό ψίθυρο. Η κοπελίτσα κοιτάει έντρομη μην έχοντας καταλάβει τι έχει συμβεί γύρω της και βλέπει στους δυο άνδρες που έτρωγαν, ένα στιλέτο να προεξέχει από το ανοιχτό τους στόμα και να τους έχει καρφώσει πίσω στον τοίχο. Η κοκκινομάλλα καθαρίζει τα στιλέτα της πάνω στο πτώμα που πισωμαχαίρωσε και τα θηκαρώνει, πλησιάζει ήρεμα την μικρή κοπέλα και αυτή την αγκαλιάζει όλο ανακούφιση, σαν να την περίμενε. « Όλα θα πάνε καλά μικρή μου, μην ανησυχείς, αλλά πρώτα πρέπει να φύγουμε από εδώ. Ξέρεις πού είναι η έξοδος;» της λέει με γλυκιά, μελωδική φωνή. Η κοπελίτσα γνέφει καταφατικά, σηκώνεται και την τραβάει απαλά από το χέρι για να την ακολουθήσει. Αλλά η κοκκινομάλλα δεν είναι έτοιμη να ακολουθήσει ακόμα. Γυρνάει και αφήνει το χέρι της μικρής και πλησιάζει τα δυο πτώματα με τα στιλέτα περασμένα μέσα στα στόματά τους, τραβάει με δύναμη πρώτα το ένα και μετά το άλλο στιλέτο. Αυτά κάνουν έναν περίεργο ήχο καθώς ξεκολλούν από τα κεφάλια τους αλλά και από την πέτρα που είχαν καρφωθεί. Τα καθαρίζει και ενώ αυτά έμοιαζαν με σουβλιά, τώρα μικραίνουν και ξαναπαίρνουν την κανονική μορφή των στιλέτων, τα κρύβει στα μανίκια της, παίρνει μια βαθιά ανάσα και γυρνάει χαμογελαστή προς το κοριτσάκι που έχει προχωρήσει πιο πέρα και την περιμένει ημίγυμνη. Την πλησιάζει και της δίνει τον μανδύα που φοράει για να κρύψει την γύμνια της. «Αυτό θα σε προστατεύσει και θα σε καλύψει μέχρι να πάμε πάνω στην πόλη και να σου αγοράσω καινούρια ρούχα», λέει γλυκά στην κοπελίτσα και πιάνονται χέρι χέρι.
            Ο δρόμος της εξόδου ήταν αρκετά μακρύς, γύρω στη μισή ώρα πορεία και όμως αυτό το κοριτσάκι, που δεν φαίνεται να είναι πάνω από δεκατριών ετών, προχωράει με μεγάλη σιγουριά, χωρίς κανένα ίχνος σοκ από αυτά που πριν λίγα λεπτά είχαν συμβεί. Τελικά, έφτασαν μπροστά από πέτρινα σκαλιά που ανέβαιναν προς τα πάνω, όπου βρύα και λειχήνες από την υγρασία του μέρους τα κάλυπταν. Από πάνω έμπαινε το αχνό φως των αστεριών και η μυρωδιά φρέσκου καθαρού αέρα. «Από εδώ με έφεραν, από εδώ είναι η έξοδός μας, έλα πάμε ...», είπε η μικρή μαυρομάλλα κοπελίτσα και ξεκίνησε να ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλιά. Η κοκκινομάλλα, σαν να άκουσε κάτι, κάποιο μακρινό θόρυβο και κοίταξε προς τα πίσω. «Έλα, άφησέ τους αυτούς, πλέον είμαστε όλοι ασφαλείς. Μην σε ανησυχούν αυτοί, θα πάρουν αυτό που τους αξίζει», είπε η μικρή και άπλωσε το χεράκι της προς την κοκκινομάλλα. Εκείνη, έμεινε για λίγο σκεπτική, αλλά στο τέλος έπιασε το χεράκι της μικρής και την ακολούθησε στην επιφάνεια…. Καθώς η φωτιά συνέχιζε να καίει, το ένα πτώμα μετά το άλλο, άρχισαν να κουνιούνται και οι πληγές τους να κλείνουν. Μετά από αρκετά λεπτά οι πληγές τους είχαν θεραπευτεί πλήρως. «Χα, χα, χα!!! Σας το είπα αδέρφια μου, με την σάρκα των παιδιών που έχουμε καταναλώσει και προσφέρει στον αφέντη μας, τίποτα πλέον δεν μπορεί να μας σκοτώσει. Είμαστε αθάνατοι! Άντε, σηκωθείτε. Ώρα να κυνηγήσουμε αυτόν που μας χτύπησε πισώπλατα και μας έκλεψε το φαί μας». Λέγοντας αυτά τα λόγια, οι τρεις άνδρες σηκώθηκαν και ξεκίνησαν να τρέχουν προς την στοά που οδηγεί στην έξοδο. Καθώς όμως έτρεχαν και θολωμένοι από την έξαψη του κυνηγιού, δεν παρατήρησαν γύρω τους την κόκκινη, ομίχλη που άρχισε να τους περιβάλλει και πριν το πάρουν μυρωδιά, είχε γίνει τόσο πυκνή που δεν μπορούσαν να δουν ούτε τη μύτη τους. Μερικά λεπτά αργότερα, η ομίχλη διαλύθηκε και οι στοές έμειναν άδειες χωρίς κανένα ίχνος από τους τρεις άνδρες, ούτε από το μέρος που είχαν κατασκήνώσει, σα να μην υπήρχαν ποτέ. 
    Επάνω, το μελαχρινό κοριτσάκι ήταν χαρούμενο και ομιλιτικό. Ρωτούσε διάφορα την κοκκινομάλλα για τη ζωή της, και όχι μόνο, καθώς κάθονταν οι δύο τους και έτρωγαν σε μια ταβέρνα με διάφορα περίεργα πλάσματα γύρω τους ….
  To Be Continued ....