Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

4.1.3. Η δοκιμασία

Η δοκιμασία

Ούτε μέρα ούτε νύχτα η Eralin δεν έβρισκε πια την ευλογημένη ανάπαυση! Τη νύχτα ξυπνούσε αλαφιασμένη από εφιάλτες ανείπωτου τρόμου, έναν εφιάλτη με σάρκα και οστά που δεν είχε την δύναμη να αποτινάξει! Την ημέρα οι εικόνες πόνου και θλίψης που αντίκριζε την έκαναν να ματώνει εσωτερικά, σαν μια τεράστια πληγή που δεν μπορούσε να επουλώσει όσο κι αν προσπαθούσε. Ένιωθε τύψεις για ότι συνέβη στο χωριό, για τα βασανιστήρια που υπέφεραν οι χωρικοί και τα παιδιά τους. Αυτό που έκαναν εκείνοι οι ιερείς ήταν εντελώς απάνθρωπο! Ένιωθε ανίκανη να τους προστατέψει πλέον.

Με τα μάτια δεμένα και τελείως ευάλωτη στα χέρια των Πρωτογέννητων άκουγε τον γρήγορο καλπασμό των αλόγων καθώς την μετέφεραν στο κάστρο τους για να περάσει την δοκιμασία. Είχε την εντύπωση πως η μυρωδιά από το αίμα των θυμάτων έφτασε ως τα ρουθούνια της και την έκανε να αναγουλιάσει για μια στιγμή από αηδία. Πως θα τους ξανά αντίκριζε; Πως θα κοίταζε στα μάτια τις μανάδες που είδαν τα παιδιά τους να βασανίζονται μέχρι θανάτου; Δεν τους άξιζε να υποφέρουν έτσι.
‘’Είναι τόσο άδικο!’’ ξεφύσηξε μελαγχολικά. Κάτω από την πίεση αυτών των συναισθημάτων, τα αποθέματα καλοσύνης που είχε άρχισαν να εξαντλούνται. Η συνηθισμένη κακοκεφιά της εξελίχθηκε σε μίσος για τους ιερείς που προκάλεσαν τόσο πόνο σε αυτούς τους αθώους ανθρώπους!

Καθώς τα λεπτά περνούσαν το μυαλό της στροβιλιζόταν σ’ ένα λαβύρινθο από εκατοντάδες σκέψεις. Σκεφτόταν πως δεν αγαπούσε τον Pendragon, αλλά κάτι μέσα της εκείνη την στιγμή που φώναξε ‘’Εγώ!’’ την έσπρωξε να δεχτεί την πρόκληση της δοκιμασίας. Ίσως ήταν η ευγνωμοσύνη που ένιωσε, τότε που έσωσε την LAureanna από εκείνον τον απαίσιο χοντρό τύπο. Δεν ήξερε πλέον τι να σκεφτεί… Ήθελε τόσο πολύ να επικεντρωθεί στον αρχικό σκοπό της που ήταν η ολοκλήρωση της ασπίδας και όλα πήγαιναν εδώ και πολύ καιρό εναντίον της! Και όσο κι αν ήθελε να βρει  τα κομμάτια που έλειπαν τόσο κάτι συνέβαινε όλη την ώρα που την απομάκρυνε από αυτόν τον στόχο, σαν να την έσπρωχνε επίτηδες προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ώρες αργότερα βρέθηκε εντελώς γυμνή σ’ έναν άγνωστο για εκείνην χώρο. Παγωμένο μέταλλο ένιωσε πάνω σε όλο της το κορμί. Το κρύο δεν διαπέρασε μόνο το σώμα αλλά και την καρδιά της. Ταραχή την κατέλαβε και πάλεψε να κρατήσει την ανάσα της σταθερή και να εμποδίσει το τρέμουλο στα χέρια της. Δεν ήταν τόσο η σωματική γύμνια που την πείραζε αλλά κυρίως το ότι ένιωθε τελείως απογυμνωμένη από κάθε πνευματική της άμυνα σα να προσπαθούσαν με αυτόν τον τρόπο να δουν την καθαρή αλήθεια πάνω της και εσωτερικά και εξωτερικά. Λαχταρούσε, μα δεν τολμούσε να χρησιμοποιήσει την όρασή της. Φοβόταν την πρώτη ματιά γύρω της. Τελικά, με μια τρελή απελπισία στην καρδιά άνοιξε γοργά τα μάτια  της και αντίκρισε απόλυτο σκοτάδι. Λίγες στιγμές αργότερα κατάλαβε πως βρισκόταν σ’ ένα σιδερένιο δωμάτιο με μερικά έπιπλα τριγύρω. Είχε παραλύσει από τον φόβο και την αγωνία. Ένιωθε πως οι λειτουργίες της σκέψης της ήταν τελείως ναρκωμένες και αρνιόταν πεισματικά να σκεφτεί το οτιδήποτε. Κουλουριάστηκε και απλά περίμενε υπομονετικά για το τι θα επακολουθήσει. Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου η πόρτα άνοιξε και κάτω από την σιδερένια θύρα εμφανίστηκε μια μαύρη φιγούρα. Της πέταξε μια κουκούλα και με προστακτικό τόνο στην φωνή του είπε ‘’Φόρα την’’.

Δάγκωσε το χείλος της, ενοχλημένη από τον τόνο του παρόλα αυτά έκανε όπως την διέταξε χωρίς να πει λέξη. Με μια βίαιη κίνηση πέρασε ένα σκοινί γύρω από τον λαιμό της και το έσφιξε.  Ένιωσε για λίγο την γνώριμη αίσθηση του πνιξίματος και ύστερα με το παγωμένο σιδερένιο γάντι του την άρπαξε από το μπράτσο και την οδήγησε προς τα έξω. Σε κάθε βήμα που έκανε αναρωτιόταν γιατί έπρεπε να τα υπομείνει όλα αυτά; Γιατί έπρεπε να αποδείξει σε αυτούς την αγάπη της; Και τι γνώριζαν στην τελική αυτοί από αγάπη;

Όταν  μπόρεσε να ξαναδεί διαπίστωσε πως βρισκόταν σ’ έναν μακρύ διάδρομο που στο τέλος του υπήρχε μια άλλη σιδερένια πόρτα. Η αγωνία της αβεβαιότητας έγινε αβάσταχτη για όσα επρόκειτο να συμβούν. Πλησίασε διστακτικά και έπιασε το πόμολο.  Αποφάσισε να σταματήσει να σκέφτεται και να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Αυτή η σκέψη ενίσχυσε την πεποίθηση της ότι βάδιζε στον σωστό δρόμο όσο μυστηριώδης κι αν φαινόταν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε το πόμολο προς τα κάτω.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο εύκολα διέκρινε με μια γρήγορη ματιά την μεγάλη πλάκα που βρισκόταν στο κέντρο του. Βάδισε αργά προς τα εκεί και διάβασε όσα είχαν γραφτεί πάνω της με πολύ προσοχή. Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τις οικείες φωνές των συντρόφων της να μιλούν μεσ’ το μυαλό της. Στην αρχή πίστεψε πως ήταν στην φαντασία της αλλά οι φωνές προς μεγάλη της χαρά συνέχιζαν ν΄ ακούγονται. Κατάλαβε πως με κάποιο μαγικό τρόπο μπορούσαν να την δουν και αυτό της έδωσε απίστευτο κουράγιο για να συνεχίσει με όσες δυνάμεις είχε και να φτάσει ως το τέλος…

Λίγες μέρες μετά…


Καβάλα στο πανέμορφο κατάλευκο άλογο που της χάρισαν οι Πρωτογέννητοι γύρισε το κεφάλι της πίσω και κοίταξε πάνω από τον ώμο της ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο επιβλητικό μαύρο κάστρο. Θυμήθηκε το ψυχικό μαρτύριο που είχε υποστεί και ένα ρίγος διέτρεξε την ραχοκοκαλιά της. ‘’ Ένας ακόμα εφιάλτης πέρασε…’’ είπε ψιθυριστά. Έπειτα γύρισε και κοίταξε τον Pendragon που ίππευε ακριβώς δίπλα της. Κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα υπέροχα μαύρα μάτια του, που έλαμπαν ακόμη περισσότερο τώρα, ένα κρυφό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της καθώς οι δυο τους χάνονταν στον ορίζοντα.





Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

4.1.2 The Promise

The promise


Όσο διάστημα βρίσκονταν πίσω στον χρόνο η Eralin ήταν ευγνώμον που μπορούσε επιτέλους να κοιμηθεί χωρίς να φοβάται. Είχε ξεχάσει πως ήταν να σε παίρνει ο ύπνος χωρίς να ανησυχείς για το αν θα ξυπνήσεις και το επόμενο πρωί. Μακάρι να κράταγε αυτό για πάντα αλλά αν κατάφερναν να γυρίσουν πίσω σίγουρα οι εφιάλτες θα επέστρεφαν για να την στοιχειώσουν ξανά. Μερικές φορές ερχόταν στην θύμησή της η Rafaela και ένιωθε μεγάλη μοναξιά.
‘’ Θα ξανασυναντηθούμε ποτέ άραγε; Ίσως να βρίσκεσαι κι εσύ σε μια άλλη εποχή όπως κι εγώ…’’ σκέφτηκε.

Επιπλέον όλα όσα συνέβαιναν με τον Karsus την προβλημάτιζαν  έντονα. Είχαν μαζέψει όλα τα συστατικά που χρειαζόταν για το ξόρκι που ήθελε να εκτελέσει αλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρη για το αν έπρεπε τελικά να τα δώσουν. Διάφορες σκέψεις πέρναγαν συνέχεια από το μυαλό της και την μπέρδευαν ακόμα περισσότερο.
‘’-Συμβαίνουν πολλά εδώ που δεν τα καταλαβαίνω… είναι σωστό να παραδώσουμε τα συστατικά στον Karsus;
-Μπορούμε άραγε να αλλάξουμε την πορεία της ιστορίας;
-Για ποιον λόγο γυρίσαμε σε αυτή την εποχή αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα;
-Αν μπορέσουμε να αλλάξουμε ότι έγινε σε αυτή την εποχή τότε ο Aramil λογικά δεν θα υπάρχει στην δική μας εποχή στο μέλλον και αυτό δεν το θέλω σε καμία περίπτωση.’’
Όλες αυτές οι σκέψεις την βασάνιζαν συνεχώς και δεν μπορούσε να καταλήξει πουθενά. Μέχρι την στιγμή που στάθηκαν όλοι τους μπροστά από τον αρχιμάγο, δεν είχε αποφασίσει για το τι έπρεπε να κάνουν.

Μετά από μια αναμονή που της φάνηκε ατελείωτη ο Aramil πήρε την πρωτοβουλία να μιλήσει μαζί του για να μάθει τον λόγο που ήθελε να κάνει αυτό το τόσο δυνατό ξόρκι. Του εξήγησε όλα όσα γνώριζε για το αποτέλεσμα του ξορκιού και για το από πού ερχόντουσαν και άφησε εκείνον να πάρει την τελική απόφαση.
Τα συστατικά τελικά παραδόθηκαν οπότε όλα πιθανόν θα γίνονταν ακριβώς όπως είχαν ξαναγίνει. Σωστό ή λάθος αυτό η Eralin δεν μπορούσε ακόμα να το απαντήσει. Ήθελε μόνο να βρουν τρόπο να φύγουν από εκεί, να γυρίσουν πίσω σπίτι…

Οι σύντροφοί της αποφάσισαν να ταξιδέψουν για άλλη μια φορά ώστε να βοηθήσουν έναν άντρα που ήθελε το πτώμα της νεκρής γυναίκας του ώστε να μπορέσει να την επαναφέρει πίσω στην ζωή. Δεν ήταν πολύ σύμφωνη με αυτό αλλά για εκείνη ότι και να έκαναν εκεί που βρίσκονταν δεν είχε και πολύ σημασία.
Οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολες για όλους. Στην προσπάθεια της αναζήτησής τους τρεις από τους συντρόφους τους σκοτώθηκαν, ευτυχώς όμως κατάφεραν να τους αναστήσουν πάλι. Το ταξίδι τους κράτησε μέρες και σύμφωνα με τις πληροφορίες που μάζεψαν, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν ολόκληρο στρατό από undead! H Eralin σκεφτόταν πως oι πιθανότητες να επιβιώσουν ήταν μηδαμινές και την είχε πιάσει απελπισία.

Περπατούσαν για αρκετή ώρα όταν ξαφνικά άκουσαν γρήγορα ποδοβολητά. Είδαν δεκάδες orc να τρέχουν πανικόβλητα και τρομαγμένα. Όταν μετά από λίγη ώρα έφτασαν σ’ ένα μεγάλο ξέφωτο τότε κατάλαβαν τον λόγο που τα orc έτρεχαν.  Μπροστά τους ορθώθηκε ένα τεράστιο κάστρο φτιαγμένο από χιλιάδες undead!
Γούρλωσε τα μάτια της από δυσπιστία. Δεν ήταν δυνατόν… δεν είχε ξαναδεί ποτέ ως τώρα κάτι τόσο τρομακτικό και απαίσιο ταυτόχρονα. Πλέον ήταν πεπεισμένη πως θα πέθαιναν εκεί, πως δεν θα γύρναγαν ποτέ πίσω στο Migrathor. Το Lich που διοικούσε όλο αυτόν τον τεράστιο στρατό μίλησε με την απόκοσμη και επιβλητική φωνή του αναγκάζοντάς τους να διαλέξουν ανάμεσα σε αυτόν και στον Karsus.
Η ανάσα της ξαφνικά κόπηκε. Όταν επιτέλους κατάφερε να ανασάνει πάλι, άφησε έναν αναστεναγμό και είπε αργά.
‘’Karsus’’

Θα τους σκότωναν πριν προλάβουν να σηκώσουν το όπλο τους αλλά δεν θ’ ανέχονταν να ταπεινωθούν και να πεθάνουν χωρίς να πολεμήσουν. Ένα κύμα οργής, αηδίας και θλίψης την κυρίευσαν. Ήταν έτοιμη να παλέψει.
Στα λεπτά που ακολούθησαν έγιναν όλα τόσο γρήγορα που τα περισσότερα τα θυμόταν θολά χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Θυμόταν πως ξαφνικά άκουσε την φωνή του Karsus που έφτασε ακριβώς την πιο κατάλληλη στιγμή, πως το ξόρκι εκτελέστηκε και όλη η μαγεία χάθηκε και πως κατάφερε μετά από λίγη ώρα να ανοίξει το portal και να εξαφανιστούν επιτέλους από εκείνο το μέρος!

Πέρασε απροσδιόριστος χρόνος, έτσι καθώς περίμενε στο σκοτάδι του portal. Μετά από λίγο ανοιγόκλεισε τα μάτια της και κατάφερε να δει μια φιγούρα.
‘’Περίμενα εδώ και πολύ καιρό να σε συναντήσω. Χαίρομαι που ήρθε επιτέλους αυτή η στιγμή!’’ αυτό δεν ήταν σίγουρη αν το είπε φωναχτά ή το σκέφτηκε αλλά θα την καταλάβαινε ούτως ή άλλως.

Μίλησε πρώτος και εκείνη άκουγε τα λόγια του με απόλυτη προσοχή. Δεν ήθελε να χάσει ούτε λέξη από αυτά που θα της έλεγε. Ήταν πολύ σημαντικό για εκείνη να θυμάται τα πάντα. Όσα ειπώθηκαν μεταξύ τους υποσχέθηκε να μην τα αποκαλύψει ποτέ σε κανέναν, θα τα κράταγε για πάντα μέσα της. Ως το τέλος…




Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Chapter 4.1.1


        Ένας χρόνος πέρασε! Ένας χρόνος γεμάτος ερωτηματικά, αναζήτηση και πένθος.
Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι. Ο πόνος από τον χαμό των συντρόφων έντονος
κάνοντας την παρουσία του αισθητή σχεδόν πάντα. Μόλις που ξέφευγα για λίγο
απ'αυτόν τη θέση του έπερναν ερώτημα που πλημμύριζαν το μυαλό μου:
Ποιος είμαι πραγματικά;
Είμαι αυτός που είδα στον θόλο ή όχι;
Μπορώ να ξεφύγω απ'αυτή την πορεία και να φτιάξω το δικό μου πεπρομένο ή
απλά οι Μοίρες παίζουν μαζί μου υπομονετικά μέχρι να ξαναφτάσω στο ίδιο τέρμα!
        Βυθισμένος, ακόμα ένα βράδυ, σ'αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκα. Την επόμενη
μέρα ξυπνησα πιο ανάλαφρος με πιο καθαρό νου! Δεν είμαι σίγουρος αν είχε παρέμβει
η Θεά Davina ,ως μια πράξη συμβολικής συγχώρεσης του παρελθόντος μου! Έπρεπε να
κάνω τους δολοφόνους να πληρώσουν και να προσπαθήσω να αποδείξω στη Θεά μου πως
δεν μου έδωσε άδικα μια δεύτερη ευκαιρία.
       


Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Chapter 1.0 I long...


I long…


Dawnless, it seems this sullen night.
Endless, the depths that lay before us now.
We dance together, to the horizon of eternal sadness.
I ride through the land of dreams and Messenger of wrath is coming for blood and the scream of my soul.
Nightmares beyond the deepest darkness bonded by rebel blood.
Please chase the pain from within my heart. Please stop me from sweating fear.
Solitude brings me haunting memories and hidden desires I hear as the wind blows.
I long…I still long for you to come. What if all I have now is my suffering?
See the stars, touch my scars,
Face the dark eye to eye.
See the stars, feel the warmth my love

This cut is the deepest.




Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

3.0.1. Endless Grief

Endless Grief


Μυρωδιές καμένης σάρκας ανακατεμένες με αίμα την έκανα να θέλει να ξεράσει. Μέσα από τους καπνούς διέκρινε τις φιγούρες των συντρόφων της. Αντικρίζοντάς τους κάθε σημείο του σώματος της παρέλυσε και  το μυαλό της μούδιασε.
 Στεκόταν μπροστά τους  μην μπορώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Η καρδιά και η ψυχή της μαύρισαν τόσο πολύ σα να την είχε τυλίξει το πιο πυκνό σκοτάδι. Το μόνο που ένιωθε ήταν ένας αβάσταχτος  πόνος και μίσος! Ένα συναίσθημα που δεν γνώριζε πόσο δυνατό μπορεί να είναι μέχρι που το ένιωσε μέσα της. Σαν βέλος που σφηνώθηκε βαθιά στην καρδιά της.
Δεν μπορούσε να αναπνεύσει και δάκρυα άρχισαν να κυλούν ασταμάτητα από τα μάτια της. Ξέσπασε σε λυγμούς και ήθελε να ουρλιάξει τόσο δυνατά μήπως και μπορέσει  να διώξει αυτόν τον ανυπόφορο  πόνο που σύνθλιβε την καρδιά της. Όχι, ο πόνος δεν θα έφευγε  ποτέ και ποτέ δεν θα μπορούσε να ξεχάσει. Το μόνο που λαχταρούσε ήταν η εκδίκηση! Και γι αυτό τον λόγο ορκίστηκε να μείνει ζωντανή μέχρι να εκδικηθεί για τους αδικοχαμένους συντρόφους της.
Έσφιξε τις γροθιές της τόσο δυνατά που τα νύχια της έγδαραν το δέρμα της παλάμης της και με μια αλλοιωμένη από το μίσος φωνή είπε:

<<Στο τέλος του φωτός εκεί που αρχίζουν τα όρια της νύχτας θα βρίσκομαι εγώ, σαν ένα ατελείωτο κενό που πνίγει όλο το φως κάτω από μια κουβέρτα σκοταδιού. Θα σε τσακίσω σε τέτοιο σημείο όπου δεν θα υπάρχει επιστροφή. Θα σου συμβούν πράγματα που δεν θα μπορέσεις να ξεπεράσεις όσο κι αν ζήσεις. Ο θυμός και το μίσος μου θα σε καταβροχθίσουν! Θα φυτέψω τον σπόρο του πόνου στην ψυχή σου και θα την στήσω μέσα στην φωτιά. Καθώς η πύλη για το βασίλειο των νεκρών θ’ ανοίγει θα κοιμηθείς αιώνια και μέσα στο ατελείωτο όνειρό σου θα χορεύω και θα γελάω ξανά και ξανά! Θα είμαι η μοίρα που θα σου επιβληθεί αδερφέ μου…>>


Λίγους μήνες αργότερα…

Ήταν αργά το βράδυ αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κάθισε μόνη της στο τραπέζι της έπαυλης. Έμεινε για αρκετή ώρα σκεφτική κοιτάζοντας στο κενό και ύστερα πήρε ένα κομμάτι χαρτί και άρχισε να γράφει:

Πίστευα πως ο χρόνος θα μπορούσε να απαλύνει τον πόνο μου αλλά μέρα με την μέρα νιώθω την θλίψη μέσα μου να μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου εδώ μέσα βλέπω τις εικόνες των σφαγιασμένων συντρόφων μου. Όλα τους θυμίζουν κι αυτό το κάνει ακόμα πιο οδυνηρόΟι ίσκιοι της θύμησης είναι σαν να με σηκώνουν και να με μεταφέρουν σιωπηλά κάτω, όλο και πιο κάτω σε μια ατέρμονη κάθοδο και μετά από αυτό νιώθω μια δυνατή επιθυμία να κυλήσω στην απάθεια για όσα υπάρχουν γύρω μου. Αυτό που μου δίνει παρηγοριά είναι πως έχω ακόμα εσένα και τους υπόλοιπους συντρόφους μου και η δίψα για εκδίκηση! Από εκείνη την ημέρα ορκίστηκα στον ίδιο μου τον εαυτό πως όσο χρόνο και αν μου πάρει, σε όποιον κόσμο κι αν βρίσκομαι, ακόμα και αν ο ίδιος ο Θεός του Θανάτου μέχει πάρει στο βασίλειο του θα βρω τρόπο να γυρίσω πίσω και να εκδικηθώ για όσους χάθηκαν. Δεν θα τα παρατήσω ποτέ!

‘’I love you as certain dark things
are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul.’’


Προς Raphaela




Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.4b Some time in the past…

Some time in the past…Part 2.
Λίγες ώρες μετά τη δύση του ηλίου, σε ένα όμορφο ξέφωτο στο κέντρο του δάσους το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά. Μια φωτιά ήταν στο κέντρο του ξέφωτου και γύρω της φιγούρες από Humans, Elf , ημίαιμα elf παιδιά αλλά και πλάσματα του δάσους όπως δρυάδες και νύμφες γλεντούν, τραγουδούν και χορεύουν με μεγάλο ενθουσιασμό. Στο κέντρο ενός μεγάλου τραπεζιού κάθεται ο Pergolas και στα δεξιά του το τιμημένο πρόσωπο της γιορτής η Lana το Drow.
Η Lana κοιτάζει χαρούμενη όλους τους παρευρισκόμενους που γλεντούν, σίγουρα το κασελάκι που πρόσφερε εκ μέρους της μάνας της περιείχε κάτι πολύ σημαντικό. Θα ήθελε παρά πολύ να ρίξει μια κλέφτη ματιά να δει τί είναι, αλλά από την στιγμή που η μητέρα της δεν της είπε το παραμικρό καλύτερα να μη χώσει τη μύτη της. Ξαφνικά νιώθει κάτι να της ακουμπάει τα μαλλιά. Γυρίζει και βλέπει ένα μικρό γλυκό ημίαιμο elf κοριτσάκι δειλά να χαϊδεύει τα άσπρα μεταξένια μαλλιά της. Το κοριτσάκι παγώνει όταν βλέπει την drow να έχει γυρίσει και τα κατακόκκινα ματιά να συναντούν τα δικά της, η drow της χαμογελά, το κοριτσάκι κοκκινίζει από ντροπή και σκύβει το κεφαλάκι του. Ένα απαλό χάδι αισθάνεται στο μαγουλάκι της καθώς τα εβένινα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της Lana πέρασαν απαλά από το μαγουλάκι της και σταμάτησαν στο πιγούνι της. Το πρόσωπο της μικρής ανασηκώνεται αργά ώσπου αντικρίζει τα μάτια της Lana, η οποία με ένα εγκάρδιο χαμόγελο και με γλυκιά φωνή την ρωτάει το όνομα της. Το κοριτσάκι ναζιάρικα απαντάει Αέναε, η drow την σηκώνει και την παίρνει στην αγκαλιά της. Η επόμενη ώρα πέρασε με την Lana να είναι πλήρως αφοσιωμένη στη μικρή, να παίζει και να μιλάει μαζί της, ώσπου κάποια στιγμή η Αέναε κουλουριάζεται και αποκοιμιέται στην αγκαλιά της. Ο Pergolas βλέποντας την Αέναε να κοιμάται σηκώνεται, κάνει νόημα στην Drow να τον ακολουθήσει και προχωράει σε ένα μεγάλο κατάλυμα που μέσα κοιμούνται αρκετά παιδάκια. Η Lana αποθέτει απαλά και προσεχτικά το κοριτσάκι σε ένα μικρό κρεβατάκι, το σκεπάζει, κοιτάει γύρω το κατάλυμα και αυτό που βλέπει την στεναχωρεί πολύ. Το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών είναι ημίαιμα. Αυτά τα παιδιά χωρίς να φταίνε, θα είναι μια ζωή στιγματισμένα, μισητά από Humans και elf. Τις σκέψεις της, διαταράζει μια κοριτσίστικη τρεμάμενη φωνή, που παρακαλά να μην πεθάνει και να παραμείνει κρυμμένη. Η Lana κάνει μεταβολή, προσπερνάει τον Pergolas χωρίς να πει κουβέντα και εξαφανίζεται. Δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται στις παρυφές του δάσους. Σε μικρή απόσταση εκτός του δάσους, είναι ένας καταυλισμός τσιγγάνων ή μάλλον το σωστό είναι ότι υπήρχε ένας καταυλισμός γιατί τώρα έχει δεχτεί επίθεση και καίγεται ολοσχερώς. Πολλοί άνδρες με πλήρη πολεμικό εξοπλισμό κατασφάζουν τους πάντες· τίποτα δεν γλιτώνει από τηνλάμα των σπαθιών τους, κανένα ίχνος οίκτου, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι ακόμα και νεογνά. Αυτή η τρελά πρέπει να σταματήσει, αλλά δεν ήρθε εδώ γι’ αυτό... Ψιθυρίζει κάποιες λέξεις δύναμης, η μορφή της αλλάζει, γίνεται γριά, τσιγγάνα, ενεργοποιεί το ένα από τα δαχτυλίδια της και τρέχει προς την άμαξα 
από την οποία προέρχεται η έκκληση βοήθειας. Περνάει μέσα από τη μάχη, όμως κάνεις δεν της δίνει σημασία, κανείς δεν μπορεί να την δει. Φτάνει έξω από την άμαξα που έχει μετατραπεί σε σπίτι με ρόδες και ανεβαίνει τα σκαλιά. Πριν άνοιξει την πόρτα και αφού ελέγξει ότι κανείς δεν κοιτάει προς το μέρος της, αναιρεί το ξόρκι που την είχε κάνει αόρατη. Η πόρτα είναι κλειδωμένη, επικαλείται την μαγεία της και μέσα σε κλάσματα η πόρτα ανοίγει διάπλατα.Το εσωτερικό του είναι όμορφα διακοσμημένο με χειροποίητα χαλιά στο πάτωμα, όμορφες περίτεχνες αραχνοΰφαντες κουρτίνες με έντονα χρώματα κρεμασμένες στα μικρά παράθυρα. «Αρκετά πλούσιο, κρίμα που όλα αυτά θα πάνε χαμένα...», σκέφτεται η Lana. Στα ενδότερα, είναι ένα υπνοδωμάτιο με δυο κουκέτες και μια μεγάλη σκαλιστή ντουλάπα. Με γοργές κινήσεις ανοίγει τη ντουλάπα. Κρυμμένη πίσω από διάφορα ρούχα είναι ένα μικρό κοριτσάκι με μακριά, ίσια, σκούρα καστανά μαλλάκια. Τα πανέρμοφα γαλάζια ματάκια της την κοιτούν φοβισμένα αλλά και γεμάτα ελπίδα. Σκύβει και με τα ροζιασμένα γέρικα χεριά της παίρνει την μικρή στην αγκαλιά της, βγαίνει βιαστικά από την άμαξα και αεικίνητα προχωράει προς τις παρυφές του δάσους. Κρύβει τη μικρή σε ένα μεγάλο θάμνο, φεύγει και καθώς απομακρύνεται ψιθυρίζει κάποιες λέξης μαγείας. «Αυτό θα σε κράτησει ασφαλή για μερικές ώρες», μονολογεί και χάνεται στο σκοτάδι. Τις επόμενες μέρες την παρακολουθούσε από μακριά κρυμμένη, τη βοηθούσε έμμεσα άλλες φορές αφήνοντας κάτι βρώσιμο στο διάβα της και άλλες φορές χρησιμοποιώντας την μαγεία της για να την προστατέψει από διάφορους κινδύνους. Σιγά σιγά με το πέρασμα του χρόνου η παρακολούθηση της μικρής έγινε πιο αραιή.

Μετά από μερικά χρόνια
Μια νεαρή γαλανομάτα κοπέλα παρακολουθεί μια πλούσια γυναίκα καθώς αυτή κάνει τα ψώνια της στην αγορά της πόλης. Μερικά στενά πιο κάτω, η ίδια γαλαζομάτα κοπέλα πέφτει καταλάθος πάνω στην πλούσια γυναίκα, ζητάει με ταπεινοφροσύνη συγγνώμη και συνεχίζει τον δρόμο της. Λίγα λεπτά μετά συναντιέται με ένα νεαρό, κρύβονται σε ένα άδειο στενό. Ελέγχουν προσεκτικά και συγκεντρωμένα μην τυχόν και υπάρχει κανείς άλλος κρυμμένος μαζί τους στο σοκάκι και αφού σιγουρευτούν βγάζουν από τις τσέπες τους την λεία της ημέρας. Δυο κατακόκκινα μάτια τους παρατηρούν μέσα από τις σκιές, ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίζεται στο πανέμορφο εβένινο πρόσωπο μιας Drow. «Τα καταφέρνεις πολύ καλά και μόνη σου πλέον Blue Blooded, δεν χρειάζεσαι πλέον τη βοήθειά μου. Από εδώ και πέρα είσαι μόνη σου...Να προσέχεις.» , μονολογεί η drow και χάνεται στις σκιές...

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.9. Losses and Regrets

                          Losses and Regrets ...



She has been through a lot lately. Especially the last few months.
It started with the iron prison. No other way to describe it. That filthy, evil place. A place she never thought she would escape from, with her life.
The loss of the friends she made. Sir Alexton, Lustmord
The loss of her baby to the Firstborns and the blow to her faith because of it.
The only light amidst all this darkness is Edward. Always there. A source of power, warmth and kindness. His tender and undying love. To hold her when she needed it and to cry in his arms every night since the tragedy with their baby. He had lost as much.


When this adventure started with their escape from that place, and their appearance in her world, only a few miles from her village, hope started to burn deep in her heart. She couldn’t imagine back then, how much could happen in a year.

The first thing she saw was Edward’s smile and she was grateful that he and everyone else were alive.
And on that riverbank they had escaped to, they met, by accident - or by god’s design? - her cousin. Eralin De Fien. Although she was her relative, they had never met before. She was travelling with Aramil Evocer a young mage.  He looked like a calm and quiet guy. She would like to speak with him to try and find if there are things he could learn from him and maybe teach him something?
They shared their stories but if what Eralin said was the truth she ought to be more careful to whom she spoke and what she revealed about herself.


For a long time afterwards she didn’t dare believe that they were finally free. She always expected to find the crystal ball with the diamonds or to wake up and realize she was dreaming and find herself (along with everybody else) back in that place again.

But their new life started to take hold and she felt safe and well. She had Edward’s love and a purpose.
The purpose was twofold. First and foremost she wanted to help her cousin stay alive and well and secondly, to help her bring growth, prosperity and renown to Migrathor.

She knew that things were not as they looked. She could feel evil in the world, just stirring up. And she had the Book of Shadows to confirm her suspicions and to look for information. Maybe not all the information she needed but enough to realize things were going to be much worse. And that they had to do anything and everything in their power to stop the upcoming catastrophe.

And then the most amazing thing happened. She and Edward were going to have a baby. She was joyous. She promised the baby to Davina. Her fist born baby was going to be given to the goddess. She was sure the goddess would take good care of the baby, as she had done with her. She hoped the baby was a girl and that she would find as much joy in magic, as she did.

But alas the baby was a boy. And the Firstborns appeared to take it with them. Davina came as well but she could not prevent them. What power did she have if she could not stop them? If she succumbed to their power.  What good was she if she couldn’t hold on to a baby it was promised her. She knew all about the firstborns. She had read about them on the book of shadows. But that didn’t change the loss she felt. The rage. The betrayal. She had never doubted Davina and her power before. This kind of thoughts hadn’t even crossed her mind. But now, now it was different.


From that day onwards, she just existed. She didn’t care about anything or anybody. Things were happening around her, but she couldn’t and wouldn’t bother to pay attention to them.

The only person that made her laugh a little was the dwarf. His “I am the reason you all live” attitude. The predicament he found himself in, after such proclamations. It was his situation that convinced her that gods really have power. She knew of no human magic that could do these things to him.

With this realization she felt like she woke up from a slumber. She would make an effort to take the baby back as Aenae had suggested. She knew it was hopeless, but she felt it was the only thing she could do to atone for the doubts she had about the gods and Davina specifically. She had seen what magic could do. She would try. She prayed very hard that night asking Davina for forgiveness and understanding.

But they could not save the baby. The Firstborns asked for three babies in return. She would have done it. But the others said no.
And Davina was there. She felt her power. Her strength.


Only then did she start paying attention around her. To her friends. To the responsibilities she had and she had neglected for so long.

Her friends needed help. Especially Mordan. Mordan who had helped save Edward’s life. She hadn’t helped him find the path to his goddess and she didn’t support him as she should have done. She owed him a lot and although an apology was a beginning it was not nearly enough. She would have to make it up to him.
And she had to see to Brat. He needed training and guidance. As much as she could offer him. He would grow to be much stronger than her if he managed to control his magic and use his brain.

And maybe she would one day be able to remember all this without feeling like her heart is going to break to a thousand pieces.

Chapter 3.0.4.4a Some time in the past…

Some time in the past…

Μια πανέμορφη καλλίγραμμη Drow με κάτασπρα μακριά μεταξένια μαλλιά, πιασμένα αλογοουρά. Φοράει μια πολύ προκλητική μαύρη ρόμπα, υπερβολικά στενή στην περιοχή του στήθους για να κρατάει στητά τα πανέμορφα χυμώδη στήθη της και κοντή έως το γόνατο περίπου, με ένα μεγάλο σκίσιμο αριστερά και δεξιά ώστε με κάθε βηματισμό να αποκαλύπτεται όλη η περιοχή των μηρών της. Προχωράει με σταθερό βήμα σε έναν κατασκότεινο γρανιτένιο διάδρομο. Το αριστερό της χέρι είναι πλήρως καλυμμένο από το μακρύ μανίκι της ρόμπας, μόνο τα λεπτά μακριά δάχτυλά της ξεχωρίζουν που κρατούν ένα μεγάλο ραβδί. Σύμβολα και μαγικοί ρούνοι δύναμης είναι περίτεχνα σκαλισμένοι σε όλο το μήκος του ραβδιού. Στην κεφαλή του ραβδιού στερεωμένο είναι ένα μικρό κοκκάλινο κεφάλι μαύρου δράκου και στη θέση των ματιών του, δυο αψεγάδιαστα σμιλευμένα κατακόκκινα ρουμπίνια. Η ρόμπα δεν καλύπτει καθόλου το δεξί της χέρι, αφήνοντας το τέλειο εβένινο δέρμα του χεριού της ακάλυπτο. Ένα περίτεχνο στριφογυριστό jade βραχιόλι που έχει την μορφή ενός εξωτικού δράκου, με την ουρά του να ξεκινά από το πάνω μέρος του μπράτσου της και το κεφάλι του να τελειώνει στην αρχή του καρπού της, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι η παλάμη της βγαίνει από το ανοιχτό του στόμα. Την εμφάνισή της συμπληρώνει ένα δερματόδετο spellbook στερεωμένο στην δεξιά μεριά της μέσης της.
Μετά από λίγα λεπτά φτάνει σε αδιέξοδο, ψελλίζει μια πρόταση, σχηματίζει με το δεξί της χέρι μερικά περίεργα σύμβολα και σε λίγα δευτερόλεπτα το σκοτάδι αποτραβιέται από μπροστά της, αποκαλύπτοντας μια δίνη φωτιάς. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και περνάει μέσα της.
Όταν ανοίγει τα μάτια της βρίσκεται σε έναν διάδρομο. Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου και ανά ίση απόσταση μεταξύ τους, είναι βαλμένα μεγαλοπρεπή αγάλματα που απεικονίζουν όλους τους θεούς· κάθε ένας έχει απέναντί του τον αντίθετό του. Στο τέλος του διαδρόμου δεσπόζει μια αψίδα που σχηματίζεται από δυο αγάλματα που σφίγγουν το ένα τα χέρια του άλλου τεντωμένα ψηλά. Αυτά τα δυο αγάλματα που απεικονίζουν την Davina και τον Lexar, ποτέ δεν κατάλαβε για ποιο λόγο είναι σε αυτήν τη θέση και όσες φορές ρώτησε τη μητέρα της, αυτή δεν της απάντησε. Πέρασε ανάμεσα από τα αγάλματα που σχηματίζουν την αψίδα και βρέθηκε σε ένα αχανές δωμάτιο, που οι τοίχοι χάνονταν στο σκότος. Πολλά και διασκορπισμένα πολύτιμα αντικείμενα: νομίσματα όλων των ειδών, πολύτιμοι λίθοι και πολύτιμα μεταλλεύματα κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του αχανούς αυτού δωματίου. Στο κέντρο, ή τουλάχιστον αυτό που μπορεί κάποιος να φανταστεί ως κέντρο του δωματίου, είναι μια ξύλινη πολυθρόνα με βελούδινο κόκκινο μαξιλάρι πάνω στην οποία κάθεται μια Drow. Πλησιάζει προς την πολυθρόνα Και όταν φτάνει σε απόσταση τριών βημάτων, σταματά και υποκλίνεται με σεβασμό. «Με καλέσατε μητέρα;». «Ναι, κόρη μου, σε κάλεσα. Μην μου υποκλίνεσαι, γαμώ Τις κολάσεις μου μέσα, στο έχω πει χιλιάδες φορές», απαντάει θυμωμένα η Drow. «Μα...», πριν καν προλάβει να τελείωσει την πρόταση της η νεαρή μάγισσα Drow, την διακόπτει με προστακτική φωνή η μητέρα της. «Μαμούνια..! Lana, σε κάλεσα εδώ για να πας στο Elwynn Forest και να παραδώσεις αυτό το κασελάκι» και δείχνει με τα μάτια της ένα απλό κιβώτιο που ήταν δίπλα στα δεξιά της πολυθρόνας. «Και να δώσεις και αυτόν τον πάπυρο αυτοπροσώπως στον άρχοντα του δάσους και ιεροφάντη, Πέργκολας. Να του τονίσεις να μην ανοίξει τον πάπυρο παρά μόνο όταν δει ότι η σφραγίδα από βουλοκέρι έχει σπάσει. Τότε θα μπορεί να το διαβάσει με ασφάλεια». Λέγοντας αυτά, της δίνει έναν πάπυρο δεμένο με μια χρυσή κορδέλα, σφραγισμένο με βουλοκέρι. Πάνω στη σφραγίδα ήταν το σύμβολο τον πρωτογέννητων. Η Lana, παίρνει το κασελάκι, ανοίγει ένα μικρό πουγκί και το βάζει μέσα μαζί με τον πάπυρο. Πάει να υποκλιθεί, αλλά στα μισά της υπόκλισης νιώθει ένα έντονο τσούξιμο στα καπούλια της. Γυρίζει απότομα και νευρικά, αλλά με το που βλέπει τη μητέρα της να κρατάει ένα καμτσίκι και να χαμογελάει πονηρά και παιχνιδιάρικα, χαμογελάει ήρεμα και εξαφανίζεται.
Κάπου μέσα στο Elwynn Forest δευτερόλεπτα μετά, δυο κόκκινα μάτια παρατηρούν προσεχτικά μέσα από τις σκιές των φυλλωμάτων ενός ψηλού δέντρου, έναν human άνδρα με άσπρα μαλλιά πιασμένα πίσω σε μια μικρή κοτσίδα. Από την κορμοστασιά του δεν φαίνεται μεγάλος σε ηλικία και είναι ντυμένος με μια καταπράσινη ρόμπα και μια χρυσή ζώνη είναι περασμένη στη μέση του. Περνούν αρκετά λεπτά που μένει κρυμμένη και παρατηρεί αυτόν τον άνδρα στο μικρό ξέφωτο του δάσους, την παραξενεύει που τόσην ώρα την έχει πλάτη και ασχολείται μια με τα φυτά, μια με διάφορα ζωάκια του δάσους, σαν να μην δίνει καθόλου σημασία στο τί μπορεί να συμβαίνει γύρω του. Αλλά, από την άλλη, άμα αυτός είναι ο ιεροφάντης που ψάχνει, σίγουρα κάποιο μαλακιστήρι ζωάκι θα έχει ρουφιανέψει τη θέση της.
Παίρνει μια βαθιά ανάσα, κάνει ένα βήμα από το ψηλό κλαδί, στο κενό μπροστά της. Μένει για λίγα δεύτερα να αιωρείται στάσιμη στον αέρα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει σιγά και σταθερά προς το έδαφος. Όταν φτάνει κάτω, βγάζει από το ένα πουγκάκι της το μικρό κασελάκι και πλησιάζει με σταθερό βήμα προς τον Δρυΐδη που ανέμελος χαζεύει τη φύση στο ξέφωτο. Πριν προβάλει να πλησιάσει σε απόσταση λιγότερο των τριών μέτρων ο Δρυΐδης της μιλά. «Τί γυρεύει μια Drow στο ιερό αυτό δάσος;» και την κοιτάει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, χωρίς όμως κάτι στις κινήσεις του να προδίδει επιθετικότητα.
«Χαίρε, Ιεροφάντη. Είμαι εδώ ακολουθώντας τις επιθυμίες της μητέρας μου, να σας παραδώσω αυτό το κασελάκι και έναν πάπυρο». Λέγοντας αυτά, η drow πλησιάζει με σταθερό και περήφανο βηματισμό τον Δρυΐδη και όταν πλέον έχει πλησιάσει αρκετά, τεντώνει τα χέρια κρατώντας το μικρό κασελάκι προσφέροντας του το. «Πιστεύω ότι το περιεχόμενο θα ευχαριστήσει εσένα και σίγουρα τη μητέρα σου.» Το παίρνει στα χέρια του ο Δρυΐδης και αρχίζει να το περιεργάζεται. Εξωτερικά είναι αυτό που φαίνεται· ένα απλό κασελάκι χωρίς κανένα ίχνος που να προδίδει κάτι για το περιεχόμενο του, για την ακρίβεια είναι τόσο απλό, που άμα το έβλεπες κάπου ακουμπισμένο, το μάτι σου θα το προσπερνούσε χωρίς να του έδινε ιδιαίτερη σημασία. Το ανοίγει προσεχτικά, σιγά σιγά, και όταν φτάνει στη μέση γουρλώνει τα ματια του. «Ω, μα την...» , αναφωνεί με δέος και το κλείνει γρήγορα. «Πώς; Πού το βρήκατε αυτό; Ήταν χαμένο εδώ Και αιώνες!». «Ηρέμησε Πέργκολας, αυτά που ρωτάς δεν έχουν καμιά σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι ότι πια βρίσκεται στην κατοχή του νόμιμου ιδιοκτήτη», λέει η Λάνα με ήρεμη γλυκιά φωνή και ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίζεται στο εβένινο πρόσωπό της. «Εκ μέρους της μητέρας μου και του τάγματος των Δρυΐδων σας ευχαριστώ. Είναι μεγάλη τιμή, πώς μπορώ να σας το ξεπληρώσω;», λέει ο Πέργκολας κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. «Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα. A! Παραλίγο να το ξεχάσω! Πρέπει να σας δώσω και αυτόν τον πάπυρο, αλλά να σας προειδοποιήσω να μην τον ανοίξετε, παρά μόνον όταν η σφραγίδα σπάσει από μόνη της. Τότε μπορείτε να το διαβάσετε με ασφάλεια». Λέγοντας αυτά η Λάνα, παραδίδει τον πάπυρο στον Πέργκολας, ο οποίος, αφού τον περιεργάζεται για λίγο, ύστερα τον τοποθετεί σε ένα scroll case που κρέμεται αριστερά στον μηρό του. «Τουλάχιστον κάντε μας την τιμή να κάτσετε σήμερα μαζί μας, για να κάνουμε μια γιορτή προς τιμήν Tης μητέρα σας.» Η Lana το σκέφτεται και μετά από λίγο γνέφει καταφατικά.

To Be Continued ....

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.8. The Loss


The Loss


Στάθηκε μερικά λεπτά όρθια στο δωμάτιο χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Λες και το μυαλό της είχε αδειάσει από σκέψεις.  Ξαφνικά άρπαξε την τσάντα της και την πέρασε στον ώμο της. Έβγαλε από μέσα ένα κομμάτι χαρτί και έγραψε βιαστικά << Βγαίνω να πάρω λίγο αέρα, δεν θ’ αργήσω… Μην ανησυχείς.>> το δίπλωσε προσεκτικά και το άφησε πάνω στο κρεβάτι. Καθώς γύρισε να φύγει η άκρη του ματιού της πήρε στην γωνία του δωματίου την θήκη που είχε μέσα την ασπίδα, την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια γύρισε την πλάτη της και βγήκε από το δωμάτιο.

Προσπάθησε καθώς κατέβαινε στην είσοδο της έπαυλης να μην κάνει θόρυβο, δεν ήθελε να την δει κανείς που έφευγε, δεν ήθελε να την ρωτήσει κανείς που πήγαινε.. ούτε εκείνη ήξερε άλλωστε.
Βγαίνοντας άφησε τα πόδια της να την οδηγήσουν όπου θέλουν εκείνα. Σκέφτηκε για μια στιγμή να κρυφτεί στις σκιές αλλά το κρύψιμο δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Περπάτησε σαν χαμένη για κάμποσα λεπτά μέχρι που συνειδητοποίησε πως βρισκόταν έξω από το χωριό, όχι όμως πολύ μακριά. Βρήκε την σκιά ενός δέντρου και κάθισε από κάτω.

Το βλέμμα της χάθηκε πέρα μακριά στον κάμπο και τα χωράφια με τα καλαμπόκια. Τότε πρόσεξε ίσως για πρώτη φορά πόσο όμορφα είναι να τα κοιτάς. Μερικές φορές έχεις μπροστά σου τόσο όμορφα πράγματα και ούτε καν τα προσέχεις γιατί τα έχεις όλα δεδομένα και σκέφτεσαι πως και αύριο θα είναι ακόμα εκεί για να τα βλέπεις, ίσως όμως να μην βρίσκεσαι εσύ εκεί πλέον…

Της ήρθαν εικόνες από την τελευταία μάχη και τον θάνατο των συντρόφων της. Την μία στιγμή έχεις τα άτομα που αγαπάς δίπλα σου και την άλλη στιγμή έχουν χαθεί… έτσι απλά. Όχι, τίποτα δεν είναι απλό, ούτε ο θάνατος ούτε και η ζωή. Κάθε φορά που πεθαίνει κάποιος είναι σαν ένα κομμάτι της καρδιάς σου να θρυμματίζεται… νιώθεις μέσα σου έναν  διαπεραστικό πόνο και προσπαθείς να μείνεις δυνατή όχι μόνο για σένα αλλά κυρίως για τους άλλους.

Και όταν έρχεται η στιγμή που ο σύντροφος σου ξανάρχεται στην ζωή νιώθεις την χαρά και την ανακούφιση και προσπαθείς να ξανά κολλήσεις το κομμάτι που έσπασε λες και είναι κάτι τόσο απλό… λες και πήγε μια εκδρομή και γύρισε. Ίσως από δω και πέρα έπρεπε να συμβιβαστεί με την απώλεια… μία απώλεια που παίρνει από μέσα σου παραπάνω απ’ όσα φαντάζεσαι.

Το φως του ήλιου άρχισε να πέφτει και συνειδητοποίησε πως ήρθε η ώρα να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει αλλά ήξερε πως υπήρχαν άτομα πίσω στην έπαυλη που την περίμεναν και γι αυτό τον λόγο άξιζε να γυρίσει!

Καθώς περπατούσε σκέφτηκε πως δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο τελικά… Να πεθάνεις ή ότι πεθαίνει μέσα σου ενώ ζεις.