Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.4a Some time in the past…

Some time in the past…

Μια πανέμορφη καλλίγραμμη Drow με κάτασπρα μακριά μεταξένια μαλλιά, πιασμένα αλογοουρά. Φοράει μια πολύ προκλητική μαύρη ρόμπα, υπερβολικά στενή στην περιοχή του στήθους για να κρατάει στητά τα πανέμορφα χυμώδη στήθη της και κοντή έως το γόνατο περίπου, με ένα μεγάλο σκίσιμο αριστερά και δεξιά ώστε με κάθε βηματισμό να αποκαλύπτεται όλη η περιοχή των μηρών της. Προχωράει με σταθερό βήμα σε έναν κατασκότεινο γρανιτένιο διάδρομο. Το αριστερό της χέρι είναι πλήρως καλυμμένο από το μακρύ μανίκι της ρόμπας, μόνο τα λεπτά μακριά δάχτυλά της ξεχωρίζουν που κρατούν ένα μεγάλο ραβδί. Σύμβολα και μαγικοί ρούνοι δύναμης είναι περίτεχνα σκαλισμένοι σε όλο το μήκος του ραβδιού. Στην κεφαλή του ραβδιού στερεωμένο είναι ένα μικρό κοκκάλινο κεφάλι μαύρου δράκου και στη θέση των ματιών του, δυο αψεγάδιαστα σμιλευμένα κατακόκκινα ρουμπίνια. Η ρόμπα δεν καλύπτει καθόλου το δεξί της χέρι, αφήνοντας το τέλειο εβένινο δέρμα του χεριού της ακάλυπτο. Ένα περίτεχνο στριφογυριστό jade βραχιόλι που έχει την μορφή ενός εξωτικού δράκου, με την ουρά του να ξεκινά από το πάνω μέρος του μπράτσου της και το κεφάλι του να τελειώνει στην αρχή του καρπού της, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι η παλάμη της βγαίνει από το ανοιχτό του στόμα. Την εμφάνισή της συμπληρώνει ένα δερματόδετο spellbook στερεωμένο στην δεξιά μεριά της μέσης της.
Μετά από λίγα λεπτά φτάνει σε αδιέξοδο, ψελλίζει μια πρόταση, σχηματίζει με το δεξί της χέρι μερικά περίεργα σύμβολα και σε λίγα δευτερόλεπτα το σκοτάδι αποτραβιέται από μπροστά της, αποκαλύπτοντας μια δίνη φωτιάς. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και περνάει μέσα της.
Όταν ανοίγει τα μάτια της βρίσκεται σε έναν διάδρομο. Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου και ανά ίση απόσταση μεταξύ τους, είναι βαλμένα μεγαλοπρεπή αγάλματα που απεικονίζουν όλους τους θεούς· κάθε ένας έχει απέναντί του τον αντίθετό του. Στο τέλος του διαδρόμου δεσπόζει μια αψίδα που σχηματίζεται από δυο αγάλματα που σφίγγουν το ένα τα χέρια του άλλου τεντωμένα ψηλά. Αυτά τα δυο αγάλματα που απεικονίζουν την Davina και τον Lexar, ποτέ δεν κατάλαβε για ποιο λόγο είναι σε αυτήν τη θέση και όσες φορές ρώτησε τη μητέρα της, αυτή δεν της απάντησε. Πέρασε ανάμεσα από τα αγάλματα που σχηματίζουν την αψίδα και βρέθηκε σε ένα αχανές δωμάτιο, που οι τοίχοι χάνονταν στο σκότος. Πολλά και διασκορπισμένα πολύτιμα αντικείμενα: νομίσματα όλων των ειδών, πολύτιμοι λίθοι και πολύτιμα μεταλλεύματα κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του αχανούς αυτού δωματίου. Στο κέντρο, ή τουλάχιστον αυτό που μπορεί κάποιος να φανταστεί ως κέντρο του δωματίου, είναι μια ξύλινη πολυθρόνα με βελούδινο κόκκινο μαξιλάρι πάνω στην οποία κάθεται μια Drow. Πλησιάζει προς την πολυθρόνα Και όταν φτάνει σε απόσταση τριών βημάτων, σταματά και υποκλίνεται με σεβασμό. «Με καλέσατε μητέρα;». «Ναι, κόρη μου, σε κάλεσα. Μην μου υποκλίνεσαι, γαμώ Τις κολάσεις μου μέσα, στο έχω πει χιλιάδες φορές», απαντάει θυμωμένα η Drow. «Μα...», πριν καν προλάβει να τελείωσει την πρόταση της η νεαρή μάγισσα Drow, την διακόπτει με προστακτική φωνή η μητέρα της. «Μαμούνια..! Lana, σε κάλεσα εδώ για να πας στο Elwynn Forest και να παραδώσεις αυτό το κασελάκι» και δείχνει με τα μάτια της ένα απλό κιβώτιο που ήταν δίπλα στα δεξιά της πολυθρόνας. «Και να δώσεις και αυτόν τον πάπυρο αυτοπροσώπως στον άρχοντα του δάσους και ιεροφάντη, Πέργκολας. Να του τονίσεις να μην ανοίξει τον πάπυρο παρά μόνο όταν δει ότι η σφραγίδα από βουλοκέρι έχει σπάσει. Τότε θα μπορεί να το διαβάσει με ασφάλεια». Λέγοντας αυτά, της δίνει έναν πάπυρο δεμένο με μια χρυσή κορδέλα, σφραγισμένο με βουλοκέρι. Πάνω στη σφραγίδα ήταν το σύμβολο τον πρωτογέννητων. Η Lana, παίρνει το κασελάκι, ανοίγει ένα μικρό πουγκί και το βάζει μέσα μαζί με τον πάπυρο. Πάει να υποκλιθεί, αλλά στα μισά της υπόκλισης νιώθει ένα έντονο τσούξιμο στα καπούλια της. Γυρίζει απότομα και νευρικά, αλλά με το που βλέπει τη μητέρα της να κρατάει ένα καμτσίκι και να χαμογελάει πονηρά και παιχνιδιάρικα, χαμογελάει ήρεμα και εξαφανίζεται.
Κάπου μέσα στο Elwynn Forest δευτερόλεπτα μετά, δυο κόκκινα μάτια παρατηρούν προσεχτικά μέσα από τις σκιές των φυλλωμάτων ενός ψηλού δέντρου, έναν human άνδρα με άσπρα μαλλιά πιασμένα πίσω σε μια μικρή κοτσίδα. Από την κορμοστασιά του δεν φαίνεται μεγάλος σε ηλικία και είναι ντυμένος με μια καταπράσινη ρόμπα και μια χρυσή ζώνη είναι περασμένη στη μέση του. Περνούν αρκετά λεπτά που μένει κρυμμένη και παρατηρεί αυτόν τον άνδρα στο μικρό ξέφωτο του δάσους, την παραξενεύει που τόσην ώρα την έχει πλάτη και ασχολείται μια με τα φυτά, μια με διάφορα ζωάκια του δάσους, σαν να μην δίνει καθόλου σημασία στο τί μπορεί να συμβαίνει γύρω του. Αλλά, από την άλλη, άμα αυτός είναι ο ιεροφάντης που ψάχνει, σίγουρα κάποιο μαλακιστήρι ζωάκι θα έχει ρουφιανέψει τη θέση της.
Παίρνει μια βαθιά ανάσα, κάνει ένα βήμα από το ψηλό κλαδί, στο κενό μπροστά της. Μένει για λίγα δεύτερα να αιωρείται στάσιμη στον αέρα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει σιγά και σταθερά προς το έδαφος. Όταν φτάνει κάτω, βγάζει από το ένα πουγκάκι της το μικρό κασελάκι και πλησιάζει με σταθερό βήμα προς τον Δρυΐδη που ανέμελος χαζεύει τη φύση στο ξέφωτο. Πριν προβάλει να πλησιάσει σε απόσταση λιγότερο των τριών μέτρων ο Δρυΐδης της μιλά. «Τί γυρεύει μια Drow στο ιερό αυτό δάσος;» και την κοιτάει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, χωρίς όμως κάτι στις κινήσεις του να προδίδει επιθετικότητα.
«Χαίρε, Ιεροφάντη. Είμαι εδώ ακολουθώντας τις επιθυμίες της μητέρας μου, να σας παραδώσω αυτό το κασελάκι και έναν πάπυρο». Λέγοντας αυτά, η drow πλησιάζει με σταθερό και περήφανο βηματισμό τον Δρυΐδη και όταν πλέον έχει πλησιάσει αρκετά, τεντώνει τα χέρια κρατώντας το μικρό κασελάκι προσφέροντας του το. «Πιστεύω ότι το περιεχόμενο θα ευχαριστήσει εσένα και σίγουρα τη μητέρα σου.» Το παίρνει στα χέρια του ο Δρυΐδης και αρχίζει να το περιεργάζεται. Εξωτερικά είναι αυτό που φαίνεται· ένα απλό κασελάκι χωρίς κανένα ίχνος που να προδίδει κάτι για το περιεχόμενο του, για την ακρίβεια είναι τόσο απλό, που άμα το έβλεπες κάπου ακουμπισμένο, το μάτι σου θα το προσπερνούσε χωρίς να του έδινε ιδιαίτερη σημασία. Το ανοίγει προσεχτικά, σιγά σιγά, και όταν φτάνει στη μέση γουρλώνει τα ματια του. «Ω, μα την...» , αναφωνεί με δέος και το κλείνει γρήγορα. «Πώς; Πού το βρήκατε αυτό; Ήταν χαμένο εδώ Και αιώνες!». «Ηρέμησε Πέργκολας, αυτά που ρωτάς δεν έχουν καμιά σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι ότι πια βρίσκεται στην κατοχή του νόμιμου ιδιοκτήτη», λέει η Λάνα με ήρεμη γλυκιά φωνή και ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίζεται στο εβένινο πρόσωπό της. «Εκ μέρους της μητέρας μου και του τάγματος των Δρυΐδων σας ευχαριστώ. Είναι μεγάλη τιμή, πώς μπορώ να σας το ξεπληρώσω;», λέει ο Πέργκολας κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. «Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα. A! Παραλίγο να το ξεχάσω! Πρέπει να σας δώσω και αυτόν τον πάπυρο, αλλά να σας προειδοποιήσω να μην τον ανοίξετε, παρά μόνον όταν η σφραγίδα σπάσει από μόνη της. Τότε μπορείτε να το διαβάσετε με ασφάλεια». Λέγοντας αυτά η Λάνα, παραδίδει τον πάπυρο στον Πέργκολας, ο οποίος, αφού τον περιεργάζεται για λίγο, ύστερα τον τοποθετεί σε ένα scroll case που κρέμεται αριστερά στον μηρό του. «Τουλάχιστον κάντε μας την τιμή να κάτσετε σήμερα μαζί μας, για να κάνουμε μια γιορτή προς τιμήν Tης μητέρα σας.» Η Lana το σκέφτεται και μετά από λίγο γνέφει καταφατικά.

To Be Continued ....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου