Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.4b Some time in the past…

Some time in the past…Part 2.
Λίγες ώρες μετά τη δύση του ηλίου, σε ένα όμορφο ξέφωτο στο κέντρο του δάσους το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά. Μια φωτιά ήταν στο κέντρο του ξέφωτου και γύρω της φιγούρες από Humans, Elf , ημίαιμα elf παιδιά αλλά και πλάσματα του δάσους όπως δρυάδες και νύμφες γλεντούν, τραγουδούν και χορεύουν με μεγάλο ενθουσιασμό. Στο κέντρο ενός μεγάλου τραπεζιού κάθεται ο Pergolas και στα δεξιά του το τιμημένο πρόσωπο της γιορτής η Lana το Drow.
Η Lana κοιτάζει χαρούμενη όλους τους παρευρισκόμενους που γλεντούν, σίγουρα το κασελάκι που πρόσφερε εκ μέρους της μάνας της περιείχε κάτι πολύ σημαντικό. Θα ήθελε παρά πολύ να ρίξει μια κλέφτη ματιά να δει τί είναι, αλλά από την στιγμή που η μητέρα της δεν της είπε το παραμικρό καλύτερα να μη χώσει τη μύτη της. Ξαφνικά νιώθει κάτι να της ακουμπάει τα μαλλιά. Γυρίζει και βλέπει ένα μικρό γλυκό ημίαιμο elf κοριτσάκι δειλά να χαϊδεύει τα άσπρα μεταξένια μαλλιά της. Το κοριτσάκι παγώνει όταν βλέπει την drow να έχει γυρίσει και τα κατακόκκινα ματιά να συναντούν τα δικά της, η drow της χαμογελά, το κοριτσάκι κοκκινίζει από ντροπή και σκύβει το κεφαλάκι του. Ένα απαλό χάδι αισθάνεται στο μαγουλάκι της καθώς τα εβένινα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της Lana πέρασαν απαλά από το μαγουλάκι της και σταμάτησαν στο πιγούνι της. Το πρόσωπο της μικρής ανασηκώνεται αργά ώσπου αντικρίζει τα μάτια της Lana, η οποία με ένα εγκάρδιο χαμόγελο και με γλυκιά φωνή την ρωτάει το όνομα της. Το κοριτσάκι ναζιάρικα απαντάει Αέναε, η drow την σηκώνει και την παίρνει στην αγκαλιά της. Η επόμενη ώρα πέρασε με την Lana να είναι πλήρως αφοσιωμένη στη μικρή, να παίζει και να μιλάει μαζί της, ώσπου κάποια στιγμή η Αέναε κουλουριάζεται και αποκοιμιέται στην αγκαλιά της. Ο Pergolas βλέποντας την Αέναε να κοιμάται σηκώνεται, κάνει νόημα στην Drow να τον ακολουθήσει και προχωράει σε ένα μεγάλο κατάλυμα που μέσα κοιμούνται αρκετά παιδάκια. Η Lana αποθέτει απαλά και προσεχτικά το κοριτσάκι σε ένα μικρό κρεβατάκι, το σκεπάζει, κοιτάει γύρω το κατάλυμα και αυτό που βλέπει την στεναχωρεί πολύ. Το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών είναι ημίαιμα. Αυτά τα παιδιά χωρίς να φταίνε, θα είναι μια ζωή στιγματισμένα, μισητά από Humans και elf. Τις σκέψεις της, διαταράζει μια κοριτσίστικη τρεμάμενη φωνή, που παρακαλά να μην πεθάνει και να παραμείνει κρυμμένη. Η Lana κάνει μεταβολή, προσπερνάει τον Pergolas χωρίς να πει κουβέντα και εξαφανίζεται. Δευτερόλεπτα μετά βρίσκεται στις παρυφές του δάσους. Σε μικρή απόσταση εκτός του δάσους, είναι ένας καταυλισμός τσιγγάνων ή μάλλον το σωστό είναι ότι υπήρχε ένας καταυλισμός γιατί τώρα έχει δεχτεί επίθεση και καίγεται ολοσχερώς. Πολλοί άνδρες με πλήρη πολεμικό εξοπλισμό κατασφάζουν τους πάντες· τίποτα δεν γλιτώνει από τηνλάμα των σπαθιών τους, κανένα ίχνος οίκτου, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι ακόμα και νεογνά. Αυτή η τρελά πρέπει να σταματήσει, αλλά δεν ήρθε εδώ γι’ αυτό... Ψιθυρίζει κάποιες λέξεις δύναμης, η μορφή της αλλάζει, γίνεται γριά, τσιγγάνα, ενεργοποιεί το ένα από τα δαχτυλίδια της και τρέχει προς την άμαξα 
από την οποία προέρχεται η έκκληση βοήθειας. Περνάει μέσα από τη μάχη, όμως κάνεις δεν της δίνει σημασία, κανείς δεν μπορεί να την δει. Φτάνει έξω από την άμαξα που έχει μετατραπεί σε σπίτι με ρόδες και ανεβαίνει τα σκαλιά. Πριν άνοιξει την πόρτα και αφού ελέγξει ότι κανείς δεν κοιτάει προς το μέρος της, αναιρεί το ξόρκι που την είχε κάνει αόρατη. Η πόρτα είναι κλειδωμένη, επικαλείται την μαγεία της και μέσα σε κλάσματα η πόρτα ανοίγει διάπλατα.Το εσωτερικό του είναι όμορφα διακοσμημένο με χειροποίητα χαλιά στο πάτωμα, όμορφες περίτεχνες αραχνοΰφαντες κουρτίνες με έντονα χρώματα κρεμασμένες στα μικρά παράθυρα. «Αρκετά πλούσιο, κρίμα που όλα αυτά θα πάνε χαμένα...», σκέφτεται η Lana. Στα ενδότερα, είναι ένα υπνοδωμάτιο με δυο κουκέτες και μια μεγάλη σκαλιστή ντουλάπα. Με γοργές κινήσεις ανοίγει τη ντουλάπα. Κρυμμένη πίσω από διάφορα ρούχα είναι ένα μικρό κοριτσάκι με μακριά, ίσια, σκούρα καστανά μαλλάκια. Τα πανέρμοφα γαλάζια ματάκια της την κοιτούν φοβισμένα αλλά και γεμάτα ελπίδα. Σκύβει και με τα ροζιασμένα γέρικα χεριά της παίρνει την μικρή στην αγκαλιά της, βγαίνει βιαστικά από την άμαξα και αεικίνητα προχωράει προς τις παρυφές του δάσους. Κρύβει τη μικρή σε ένα μεγάλο θάμνο, φεύγει και καθώς απομακρύνεται ψιθυρίζει κάποιες λέξης μαγείας. «Αυτό θα σε κράτησει ασφαλή για μερικές ώρες», μονολογεί και χάνεται στο σκοτάδι. Τις επόμενες μέρες την παρακολουθούσε από μακριά κρυμμένη, τη βοηθούσε έμμεσα άλλες φορές αφήνοντας κάτι βρώσιμο στο διάβα της και άλλες φορές χρησιμοποιώντας την μαγεία της για να την προστατέψει από διάφορους κινδύνους. Σιγά σιγά με το πέρασμα του χρόνου η παρακολούθηση της μικρής έγινε πιο αραιή.

Μετά από μερικά χρόνια
Μια νεαρή γαλανομάτα κοπέλα παρακολουθεί μια πλούσια γυναίκα καθώς αυτή κάνει τα ψώνια της στην αγορά της πόλης. Μερικά στενά πιο κάτω, η ίδια γαλαζομάτα κοπέλα πέφτει καταλάθος πάνω στην πλούσια γυναίκα, ζητάει με ταπεινοφροσύνη συγγνώμη και συνεχίζει τον δρόμο της. Λίγα λεπτά μετά συναντιέται με ένα νεαρό, κρύβονται σε ένα άδειο στενό. Ελέγχουν προσεκτικά και συγκεντρωμένα μην τυχόν και υπάρχει κανείς άλλος κρυμμένος μαζί τους στο σοκάκι και αφού σιγουρευτούν βγάζουν από τις τσέπες τους την λεία της ημέρας. Δυο κατακόκκινα μάτια τους παρατηρούν μέσα από τις σκιές, ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίζεται στο πανέμορφο εβένινο πρόσωπο μιας Drow. «Τα καταφέρνεις πολύ καλά και μόνη σου πλέον Blue Blooded, δεν χρειάζεσαι πλέον τη βοήθειά μου. Από εδώ και πέρα είσαι μόνη σου...Να προσέχεις.» , μονολογεί η drow και χάνεται στις σκιές...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου