Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.3 Several years ago

Αρκετά χρόνια πριν …
Μια όμορφη, γυμνασμένη, λυγερόκορμη γυναικεία φιγούρα κατεβαίνει τα σκαλιά ενός πύργου προς το υπόγειό του. Εκεί, φτάνοντας σε έναν τοίχο αρχίζει ν’ αγγίζει σε διάφορα σημεία τον τοίχο και ψιθυρίζοντας μερικές λέξεις , ο τοίχος ανοίγει. Μπροστά της εμφανίζεται ένα πελώριο δωμάτιο γεμάτο παγίδες, στόχους , πόρτες, σεντούκια και οτιδήποτε άλλο θα χρειαζόταν για να προπονηθεί ένας ικανός κλέφτης. Απέναντι στο βάθος, μια όμορφη κοκκινομάλλα Ελφ κάνει κάποια ακροβατικά για να αποφύγει τις παγίδες που είναι βαλμένες σε ένα διάδρομο, μπροστά από ένα μεγάλο σεντούκι .Οι κινήσεις της ήταν παρά πολύ επιδέξιες και καταφέρνει, χωρίς μεγάλο κόπο, να περάσει όλες τις παγίδες του διαδρόμου. Φτάνοντας μπροστά στο μπαούλο ψιθυρίζει κάποια λόγια και το περιεργάζεται από κοντινή απόσταση χωρίς όμως να το αγγίζει…. Η λυγερόκορμη γυναικεία φιγούρα μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και κάθεται πάνω σε ένα κιβώτιο, χωρίς όμως να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, έτσι ώστε να απολαύσει την κοκκινομάλλα. Αφού έχει περιεργαστεί αρκετά καλά το μπαούλο και έχει αναλύσει τις αύρες που βγάζει από τις μαγείες που το προστατεύουν, βγάζει ένα μικρό βαλιτσάκι που είχε δεμένο πίσω στη μέση της και από εκεί βγάζει τα εργαλεία του επαγγέλματος. Με απαλές κινήσεις τα αποθέτει δίπλα της στο έδαφος και βγάζει ένα μικρό ραβδάκι με το οποίο στερέωνε να μαλλιά της κότσο, αυτά λύνονται και πέφτουν ανάλαφρα στους ώμους της, Στη συνέχεια, ενεργοποιεί το ραβδάκι λέγοντας μια λέξη ψιθυριστά που κάνεις απλός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να καταλάβει όσο κοντά και αν ήταν, όχι όμως για τα αυτιά της φιγούρας που κάθονταν στην άλλη άκρη του δωματίου και παρατηρούσε .Το ραβδί έβγαλε μια μπλε λάμψη και τινάζοντας το χέρι της προς το μπαούλο, η λάμψη έλουσε και κάλυψε όλο το σεντούκι, μια κατακόκκινη λάμψη ξεπήδησε από το μπαούλο και μετά τίποτα. Η κοκκινομάλλα, αφού σιγουρεύτηκε ότι η γητεία πλέον απενεργοποιήθηκε στο μπαούλο ξαναμάζεψε τα μαλλιά της και τα στερέωσε με το ραβδάκι με ένα χαμόγελο ευτυχίας στο πρόσωπο. Συγκεντρώθηκε και γονάτισε μπροστά από το κιβώτιο, πήρε ένα εργαλείο λεπτό και άρχισε να περιεργάζεται την κλειδαριά του. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα αυτή άνοιξε, την πήρε προσεχτικά στα χεριά της και την απέθεσε κάτω δεξιά της με απαλές κινήσεις, σήκωσε λίγο το καπάκι από το μπαούλο και έχωσε μέσα ένα άλλο μακρύ, λεπτό εργαλείο που στην άκρη του είχε στερεωμένο ένα μικρό καθρεφτάκι. Σάστισε για λίγο καθώς όταν έβαλε μέσα στο άνοιγμα το εργαλείο της, αυτό άρχισε να χάνεται στη σκιά, αμέσως το τράβηξε έξω, σούφρωσε τα σαρκώδη χείλη της και έβγαλε από την δεξιά μεριά της τσέπης της ένα scroll case, το άνοιξε και από μέσα έβγαλε ένα scroll. Άρχισε να το διαβάζει και δεν σταμάτησε μέχρι που το σκοτάδι στο σεντούκι χάθηκε, αλλά η χαρά δεν κράτησε για πολύ. Πριν προλάβει να αντιδράσει μια έκρηξη έγινε μέσα στο μπαούλο και φωτιά το τύλιξε και παραλίγο και την ιδία. Η δοκιμασία έληξε με αποτυχία και δυνατά γέλια ακουστήκαν από την άλλη άκρη του δωματίου. Ξαφνιασμένη όπως ήταν από την έκρηξη και την παρουσία της μορφής πάνω στο βαρέλι, την οποία δεν την είχε αντιληφθεί, τράβηξε δυο στιλέτα και τα πέταξε με δύναμη πάνω στη σκοτεινή φιγούρα. Πριν προλάβουν τα στιλέτα να διασχίσουν την μισή απόσταση προς τον στόχο τους, αυτός εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πίσω από την κοκκινομάλλα έχοντας ένα μικρό σπαθί περασμένο στο λαιμό της .
Η σκοτεινή φιγούρα ξέσπασε σε δυνατά γέλια. «Είσαι ακόμα πολύ μικρή κόρη μου για να μπορέσεις να με πληγώσεις», ψιθύρισε στο αυτί της κοκκινομάλλας . Τότε μια φωνή ακούστηκε πίσω από την σκιερή γυναίκεια φιγούρα. « Γέρασες μητέρα και πλέον δεν προσέχεις τόσο πολύ όσο παλιά». Η μορφή της κοκκινομάλλας που κρατούσε η σκιερή μορφή έγινε καπνός μέσα από την λαβή που της είχε κάνει, όμως η σκιερή μορφή έμεινε ακίνητη και η κοκκινομάλλα που βρισκόταν πια πίσω της, έχωσε το στιλέτο βαθιά πίσω στην πλάτη της. « Χα, χα, χα! Μικρή μου κορούλα, έμαθες επιτέλους ένα ενδιαφέρον κόλπο, μπράβο σου», ακούστηκε η σκιερή μορφή να λέει καθισμένη στο ίδιο βαρέλι που ήταν και στην αρχή. «Αλλά δυστυχώς για σένα κόρη μου, αυτό το κόλπο το ξέρω εδώ και πολλά χρόνια πριν από σένα και το γνωρίζω και καλύτερα γιατί εγώ το δημιούργησα». «Μα πώς; Αφού μπορούμε να βγάλουμε μονό ένα σκιερό κλώνο… Πώς; Γιατί;» είπε αποκαρδιωμένη η κόρη και θηκάρωσε το στιλέτο πίσω στη θήκη του, πηγαίνοντας με απογοήτευση προς την σκιερή μορφή που πλέον ξεχώριζε η μορφή μιας όμορφης drow γυναίκας . Το drow την αγκάλιασε και την χάιδεψε απαλά στο κεφάλι. «Κόρη μου, είσαι ακόμα πολύ μικρή για να μπορέσεις να με φτάσεις, αλλά μην στεναχωριέσαι· κάποτε θα με φτάσεις και μπορεί να με ξεπεράσεις. Τότε θα είναι ο καιρός που κάποια από εσάς τις τρεις μου κόρες θα αναλάβει τη συνέχεια του έργου μου. Αλλά αυτό θα πάρει πολλά χρόνια. Ως τότε προπονήσου. Όμως δεν είναι αυτός ο απώτερος σκοπός της επίσκεψης μου σε σένα, σου έχω μια αποστολή.» Η κοκκινομάλλα χοροπήδησε από τη χαρά της. Επιτέλους! Μετά από τόσα χρόνια θα βγει στον κόσμο. «Αυτό σημαίνει μητέρα, ότι είμαι έτοιμη και άξια για να σε υπηρετήσω;» είπε με μια γλυκιά αθώα φωνή . «Ναι κόρη μου, καιρός να αποδείξεις τι μπορείς να κάνεις». Χαμογέλασε η drow, της έδωσε μια περγαμηνή και απαλά η μορφή της βυθίστηκε στις σκιές.
Μερικές μέρες μετά …
Σε μια ταβέρνα γεμάτη κόσμο, όχι και του πιο αξιόλογου σιναφιού, μπαίνει μέσα ένας νεαρός άνθρωπος γύρω στα είκοσι, με λευκό δέρμα, μαύρα σαν του κορακιού μακριά μαλλιά και μαύρα ματιά. Από το περπάτημά του κάποιος έμπειρος μπορεί να καταλάβει ότι πρόκειται για μαχητή. Ο νεαρός πηγαίνει και αράζει στο μπαρ και παραγγέλνει μια μπίρα. Καθώς πίνει μελαγχολικά, ακούει από έναν τύπο στη διπλανή παρέα, που επίσης τα τσούζει, κάτι που τον ταράζει. Περιμένει υπομονετικά και όταν μετά από κάποια ώρα ο τύπος φεύγει, ο νεαρός τον ακολουθεί έξω από το καπηλειό και τον πλησιάζει. Τον ρωτάει σχετικά με αυτά που άκουσε στην ταβέρνα, ο ξένος του εξιστορεί τα άσχημα νέα· για ένα χωριό που ξεκληρίστηκε, το όνομα του οποίου είναι ίδιο με αυτό της φυλής του, Claw.
Ο νεαρός πηγαίνει γρήγορα στον στάβλο που είχε αφήσει το άλογο του, το ιππεύει και φεύγει καλπάζοντας γρήγορα . Ο ξένος παρακολουθεί με το βλέμμα το νεαρό, χαμογελάει και πηγαίνει σε ένα σκοτεινό στενό, λίγα μετρά πιο κάτω. «Όλα καλά, έκανα αυτό που μου ζήτησες.» Τεντώνει το χέρι του με την παλάμη ανοιχτή περιμένοντας και όντως από ένα πουγκί πέφτουν 10 χρυσά νομίσματα . «Να ΄σαι καλά και άμα ποτέ χρειαστείς κάποια άλλη βοήθεια, μην διστάσεις να μου την ζητήσεις, το όνομα μου είναι…». «Δεν χρειάζομαι το όνομα σου ξένε και σε ευχαριστώ, μπορείς τώρα να πηγαίνεις.», ακούγεται μια γλυκιά μελωδική φωνή από μια φιγούρα που είναι κρυμμένη στη σκιά . Ο ξένος κάνει μεταβολή και ξεκινάει να απομακρύνεται, μετά από δυο βήματα σταματάει και γέρνει προς τη φιγούρα θέλοντας να πει κάτι, δεν βλέπει κανέναν, κάνει ένα μορφασμό και συνεχίζει το δρόμο του προς τον ’Οίκο της πόλης για να πέρασει μια όμορφη βράδια με κάποια πεταλούδα, Μάλιστα με κάποια πολύ όμορφη πεταλούδα που θα του προσφέρουν αυτά τα δέκα χρυσά νομίσματα.
Ο νεαρός μετά από μιας εβδομάδας γοργού καλπασμού και ολιγόωρων στάσεων που έκανε ίσα ίσα για να ξεκουραστεί αυτός και το άλογό του, έφτασε στον προορισμό του . Το χωριό της φυλής Claw .
Αλλά αυτό που αντίκρισε κόντεψε να τον τρελάνει… Όλο το χωριό καμένο, ούτε ένα κτίσμα όρθιο, όλοι νεκροί. Άρχισε να βολοδέρνει σαν την άδικη κατάρα μέσα στις στάχτες του κάποτε χωριό του, μπας και βρει κάποιον ζωντανό αλλά τίποτα. Μετά από κάποιες ώρες και ενώ είχε απελπιστεί πλήρως, βλέπει τη μορφή ενός ζητιάνου να κάθεται στην είσοδο του χωριού και να κοιτάει με λύπη τις στάχτες του χωριού. Ο νεαρός τον πλησιάζει και όλο απορία τον περιεργάζεται, ο ζητιάνος ανταποδίδει το βλέμμα θλιμμένα και του λέει με φωνή τρεμάμενη από την στενοχώρια: «Αχ αγόρι μου άργησες. Μεγάλο κακό μας βρήκε . Ο αδελφός σου, ένα βραδύ μπήκε στο σπίτι τον γονιών σου ενώ αυτοί κοιμόντουσαν και έσφαξε την μητέρα σου και τον πατερά σου για να κλέψει το ένα από τα έξη μαγικά σπαθιά της οικογενείας σου. Εγώ έτρεξα στα δάση και κρύφτηκα εκεί. Μετά από λίγο είδα καπνό και το χωριό να έχει λαμπαδιάσει, συγχωρά με αγόρι μου αλλά φοβόμουν να γυρίσω στο χωριό κι έτσι παρέμεινα κρυμμένος στο δάσος για πολλές μέρες και όταν πια οι φωτιές έσβησαν, γύρισα πίσω να δω τι είχε συμβεί. Ήταν αργά πλέον, όλοι νεκροί. Μην μπορώντας να κάνω κάτι μάζεψα και έθαψα όσα πτώματα μπορούσα από αυτούς που βρήκα.»
Ο νεαρός άνδρας συντετριμμένος μετά από αυτά που άκουσε, σέλωσε το άλογο του κι έφυγε από το μέρος που κάποτε ήταν το χωριό του, μη ρίχνοντας ούτε μια ματιά πίσω του.
Ο ζητιάνος άρχισε να προχωρεί κουτσαίνοντας προς το δάσος, σκυφτός από τα βάρη της ζωής του, και όταν σιγουρεύτηκε ότι ο νεαρός είχε φύγει πολύ μακριά, ο βηματισμός του έγινε ανάλαφρος, το κορμί του ίσιωσε και στο επόμενο βήμα που έκανε μεταμορφώθηκε σε μια όμορφη κοκκινομάλλα ελφ. Η κοκκινομάλλα σταμάτησε και κοίταξε λυπημένη τις στάχτες του χωριού και μετά προς την κατεύθυνση που έφυγε ο νεαρός. Αναστενάζοντας χάθηκε μέσα στις σκιές ….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου