Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Chapter 3.0.4.2 Just some months ago ..


 At the Sigil merchant district 


      Στο πίσω μέρος μιας μεγάλης αποθήκης είναι στοιβαγμένα χιλιάδες κιβώτια, η σκόνη και οι ιστοί από τις αράχνες αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο μέρος της αποθήκης έχει χρόνια να χρησιμοποιηθεί. Τρία ποντίκια που μασουλούσαν ξέγνοιαστα τα κιβώτια σταματούν απότομα καθώς ο αέρας γύρω τους αρχίζει να ηλεκτρίζεται, οι τρίχεs της γούνας τους αρχίζουν να σηκώνονται τη στιγμή που μικρές λάμψεις μπλε ενέργειας εμφανίζονται, σαν άτακτες πυγολαμπίδες που πετούν ανέμελες στη νύχτα. Οι λάμψεις αρχίζουν να πληθαίνουν και ενώ οι κινήσεις ήταν ακατάστατες στην αρχή, μετά από λίγο δείχνουν να έχουν ένα μοτίβο. Κατόπιν, με μια απότομη κίνηση όλες οι μικρές λάμψεις ενώνονται και δημιουργούν για μερικά δευτερόλεπτα μια εκτυφλωτική σφαίρα ενέργειας, ο χώρος γεμίζει με ένα έντονο γαλάζιο φως και μετά πάλι απόλυτο σκοτάδι και ηρεμία. Στο σημείο που βρίσκονταν τα ποντίκια δεν υπάρχει τίποτα πλέον, παρά μόνο το αποτύπωμα των σκιών τους στα κιβώτια...
          Δυο πανέμορφα σμαραγδένια μάτια εμφανίζονται στο σκοτάδι· ξεχωρίζουν σαν δυο όμορφα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό. Τα μάτια αεικίνητα ανιχνεύουν το χώρο και είναι σαν να μην τους ενοχλεί η παντελής έλλειψη φωτός. Τα μάτια κινούνται προς την απέναντι μεριά της αποθήκης, όπου φαίνεται το αχνό περίγραμμα μιας πόρτας, η κίνησή τους είναι τόσο απαλή, όπως το λάδι που κυλάει πάνω στο νερό. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα και έχοντας φτάσει στον προορισμό τους, τα μάτια κλείνουν.
Μια γυναικεία μορφή ξεπροβάλει από το σκότος και κινείται προσεχτικά προς την πόρτα, που το περίγραμμά της αχνοφαίνεται από το φως του δωματίου πίσω της. Ακουμπάει με το προφίλ του προσώπου της στην πόρτα και αφουγκράζεται. Ακούγονται πολλές διαφορετικές φωνές. Ξεχωρίζει έξι, δυο είναι σίγουρα human, μία είναι νάνου, μία elf και δυο αλλόκοτες ομιλίες που δεν μπορεί να καταλάβει σε ποια φυλή ταιριάζουν.
«Όπως και να έχει είναι πολλοί, δεν χρειάζεται να ριψοκινδυνεύσω και να αποτύχω, ας βρω άλλον τρόπο να βγω», σκέφτεται και γίνεται ένα με τις σκιές. 
Το ψάξιμο απέδωσε καρπούς. Της πήρε τριάντα ολόκληρα λεπτά για να βρει μια πολύ καλά κρυμμένη καταπακτή και να απενεργοποιήσει τις αμυντικές γητείες που την προστάτευαν. Όταν ήταν πλέον σίγουρη ότι όλα είναι ασφαλή, σήκωσε λίγο την καταπακτή και έχωσε προσεχτικά ένα μακρόστενο αντικείμενο που στην άκρη του είχε έναν μικρό καθρέφτη και το στριφογύρισε μερικές φορές έτσι ώστε να δει τί μπορεί να υπάρχει εκεί κάτω. Όταν δεν βρήκε τίποτα, την άνοιξε πλήρως και με μια επιδέξια κίνηση χώθηκε μέσα κλείνοντας αργά και αθόρυβα την καταπακτή από πάνω της.
        Η κάθοδος ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι είχε υπολογίσει αλλά δεν ήταν αρκετή για να ανησυχήσει. Μάζεψε τα πόδια της στο στήθος της, έκανε τρεις τούμπες στον αέρα και λίγα μέτρα προτού προσγειωθεί, τέντωσε το σωμα της σε στάση προσοχής. Δυο εκατοστά προτού ακουμπήσει το νερό που βρίσκονταν από κάτω της, ενεργοποίησε την μαγεία των μποτών της και έγινε ελαφριά σαν πουπουλο, προσγειώθηκε πάνω στην επιφάνεια του νερού σαν ένα φύλλο που το παρέσυρε ο άνεμος και πέφτει σε μια λίμνη· τόσο ομαλά και τόσο αθόρυβα. Ένα πλατύ χαμόγελο ευχαρίστησης σχηματίστηκε στο όμορφο νεανικό ελφ πρόσωπό της.
Ένα κατακόκκινο τσουλούφι έπεσε μπροστά από το δεξί της μάτι καλύπτοντας την όραση της. Με τα μακριά, λεπτά, γαντοφορεμένα δάχτυλα του δεξιού της χεριού ανασήκωσε την κουκούλα που κάλυπτε τα μακριά, πύρινα μαλλιά της και έβαλε το ατίθασο τσουλούφι στη θέση του. Στερέωσε την κουκούλα με δυο φουρκέτες ώστε να καλύπτει όσο καλύτερα γίνεται τα μαλλιά και το πρόσωπό της. Με γοργές κινήσεις άρχισε να ελέγχει αν ο εξοπλισμός της ήταν στη θέση του μετά από την πτώση, έλεγξε τα στιλέτα που είχε κρυμμένα στην πλάτη της, στις μπότες, το ένα Short Sword που ήταν θηκαρισμένο στο δεξί μηρό , το Dagger στον αριστερό μηρό της, τα διάφορα ελιξήρια που ήταν βαλμένα στις μπροστινές τσέπες της ζώνης και τελευταία τα εργαλεία του επαγγέλματος που ήταν όλα τακτοποιημένα μέσα σε ένα τσαντάκι πίσω στη μέση της. Αφού σιγουρεύτηκε ότι όλα ήταν στη θέση τους, ξεκίνησε να προχωρά μέσα στο σκοτεινό υπόνομο. Μετά από δέκα λεπτά προσεχτικού βαδίσματος με τις σκιές να την έχουν αγκαλιάσει και να της δίνουν την αίσθηση της ασφάλειας, όπως νιώθει ένα μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, βρέθηκε μπροστά σε μια διασταύρωση. Σταμάτησε και αφουγκράστηκε μήπως ακούσει κάποιον θόρυβο. Σιωπή. Άρχισε να παρατηρεί προσεκτικά της κατακόμβες που είναι γύρω της για σημάδια, δεν μπόρεσε να βρει τίποτα και αυτό ήταν που την έκανε να ανησυχήσει. Τέτοια μέρη συνήθως είναι γεμάτα από σιχαμένα ζωύφια και ποντίκια, διότι όταν υπάρχει παντελής έλλειψη από τους αυτόχθονες κατοίκους μιας περιοχής, τότε μόνο ένα πράγμα είναι σίγουρο· κάτι υπάρχει εδώ κάτω τόσο τρομερό που τα έδιωξε όλα. Ό,τι και να είναι, καλό θα ήταν να μην βρεθεί στο διάβα της, μιας και δεν είχε καμία όρεξη για καθυστέρηση, γρηγόρευσε τις αισθήσεις της και διάλεξε τον αριστερό διάδρομο. 
            Οι κινήσεις της ήταν πολύ προσεχτικές και σίγουρες, αλλά αυτό την καθυστερούσε αρκετά. "Καλύτερα αργή και ασφαλής παρά να βιαστώ και να φύγω άκλαφτη σε αυτούς τους υπονόμους", σκέφτηκε και συνέχισε την πορεία της. Τα λεπτά έγιναν ώρα και η ώρα έγινε ώρες. Ήταν σίγουρη πλέον ότι έχει χαθεί και ότι περιπλανιέται σαν την άδικη κατάρα σε αυτούς τους δαιδαλώδεις υπονόμους.
Και ενώ άρχιζε να απελπίζεται, ξαφνικά μια φωνή που αντιλαλούσε στις άδειες κατακόμβες ήρθε να αναπτερώσει τις ελπίδες της. Σταμάτησε, έμεινε απόλυτα ακίνητη, κράτησε την αναπνοή της και προσπάθησε να καταλάβει από πού ήχησε. Λίγα λεπτά πέρασαν μέχρι να είναι απολύτως σίγουρη ότι για το ποια από τις κατακόμβες ήταν η σωστή να ακολουθήσει για να φτάσει στην πηγή της φωνής. Καθώς προχωρούσε αθόρυβα μέσα στα λύματα της πόλης, η φωνή άρχισε να είναι πιο ξεκάθαρη και πλέον έβγαζαν νόημα αυτά που στην αρχή της φαινόταν σαν μουρμούρα.        Ήταν φωνή μιας κοπέλας νεαρής ηλικίας, που παρακαλούσε κάποιον να μην της κάνει κακό, μετά ακούστηκε μια κραυγή πόνου και τρόμου και μετά πάλι να παρακαλάει να την αφήσει στην ησυχία της . Τα μάτια της κοκκινομάλλας έλαμψαν από θυμό και άρχισε να τρέχει πάνω στα νερά των λυμάτων χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Σύντομα, η κατακόμβη στην οποία προχωρούσε τόσην ώρα έδωσε τη θέση της σε μια στοά, ευθεία μπροστά της αδιέξοδο. Μόνο δεξιά και αριστερά μπορούσε να πάει. Από δεξιά φαινόταν το φως μιας φωτιάς και η σκιά 3 ανδρών και μιας γυναικείας φιγούρας. Οι δυο άνδρες καθόντουσαν σε δυο τελάρα και έτρωγαν ενώ ο τρίτος, κρατώντας ένα μαχαίρι, έσκιζε τα ρούχα της γυναικείας σκιάς. Η κοκκινομάλλα έβγαλε από την τσέπη της έναν μικρό καθρέφτη και ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο πίσω από τις σκιές. Έβγαλε σιγά σιγά τον καθρέφτη χαμηλά από τη γωνία για να δει καλύτερα τί συνέβαινε. Έκπληκτη είδε ότι οι δυο άνθρωποι που φαίνονταν στις σκιές να κάθονται σε καφάσια και να τρώνε, ήταν δυο άνδρες που κάθονταν πάνω σε κορμιά κατακρεουργημένων παιδιών που τους έλειπαν τα άκρα και τα κεφάλια και αυτά που έτρωγαν με λαιμαργία δεν ήταν παρά η σάρκα των άκρων των παιδιών. Ο τρίτος άνδρας, ένας κακάσχημος λιπόσαρκος μεσήλικας, είχε σκίσει τα ρούχα της νεαρής κοπέλας και με το μαχαίρι του ήταν έτοιμος να της κόψει τη ρώγα από το όμορφο κατάλευκο στήθος της. Ο θυμός και η οργή κυρίευσαν την κοκκινομάλλα η οποία χωρίς δεύτερη σκέψη, όρμηξε τρέχοντας προς το μέρος της εστίας. Με επιδεξιότητα, πηδάει πάνω από τη φωτιά κάνοντας μια περίτεχνη τούμπα στον αέρα και ταυτόχρονα πετάει δυο στιλέτα προς τους δυο άνδρες που έτρωγαν. Αυτά βρήκαν τον στόχο τους αμέσως και όταν προσγειώθηκε βρέθηκε πίσω από τον τρίτο με τα δυο στιλέτα της βυθισμένα στην πλάτη του. Μια γραμμή αίματος έτρεξε από το στόμα του τρίτου τη στιγμή που έπεφτε χάμω νεκρός, χωρίς να έχει προλάβει να βγάλει τον παραμικρό ψίθυρο. Η κοπελίτσα κοιτάει έντρομη μην έχοντας καταλάβει τι έχει συμβεί γύρω της και βλέπει στους δυο άνδρες που έτρωγαν, ένα στιλέτο να προεξέχει από το ανοιχτό τους στόμα και να τους έχει καρφώσει πίσω στον τοίχο. Η κοκκινομάλλα καθαρίζει τα στιλέτα της πάνω στο πτώμα που πισωμαχαίρωσε και τα θηκαρώνει, πλησιάζει ήρεμα την μικρή κοπέλα και αυτή την αγκαλιάζει όλο ανακούφιση, σαν να την περίμενε. « Όλα θα πάνε καλά μικρή μου, μην ανησυχείς, αλλά πρώτα πρέπει να φύγουμε από εδώ. Ξέρεις πού είναι η έξοδος;» της λέει με γλυκιά, μελωδική φωνή. Η κοπελίτσα γνέφει καταφατικά, σηκώνεται και την τραβάει απαλά από το χέρι για να την ακολουθήσει. Αλλά η κοκκινομάλλα δεν είναι έτοιμη να ακολουθήσει ακόμα. Γυρνάει και αφήνει το χέρι της μικρής και πλησιάζει τα δυο πτώματα με τα στιλέτα περασμένα μέσα στα στόματά τους, τραβάει με δύναμη πρώτα το ένα και μετά το άλλο στιλέτο. Αυτά κάνουν έναν περίεργο ήχο καθώς ξεκολλούν από τα κεφάλια τους αλλά και από την πέτρα που είχαν καρφωθεί. Τα καθαρίζει και ενώ αυτά έμοιαζαν με σουβλιά, τώρα μικραίνουν και ξαναπαίρνουν την κανονική μορφή των στιλέτων, τα κρύβει στα μανίκια της, παίρνει μια βαθιά ανάσα και γυρνάει χαμογελαστή προς το κοριτσάκι που έχει προχωρήσει πιο πέρα και την περιμένει ημίγυμνη. Την πλησιάζει και της δίνει τον μανδύα που φοράει για να κρύψει την γύμνια της. «Αυτό θα σε προστατεύσει και θα σε καλύψει μέχρι να πάμε πάνω στην πόλη και να σου αγοράσω καινούρια ρούχα», λέει γλυκά στην κοπελίτσα και πιάνονται χέρι χέρι.
            Ο δρόμος της εξόδου ήταν αρκετά μακρύς, γύρω στη μισή ώρα πορεία και όμως αυτό το κοριτσάκι, που δεν φαίνεται να είναι πάνω από δεκατριών ετών, προχωράει με μεγάλη σιγουριά, χωρίς κανένα ίχνος σοκ από αυτά που πριν λίγα λεπτά είχαν συμβεί. Τελικά, έφτασαν μπροστά από πέτρινα σκαλιά που ανέβαιναν προς τα πάνω, όπου βρύα και λειχήνες από την υγρασία του μέρους τα κάλυπταν. Από πάνω έμπαινε το αχνό φως των αστεριών και η μυρωδιά φρέσκου καθαρού αέρα. «Από εδώ με έφεραν, από εδώ είναι η έξοδός μας, έλα πάμε ...», είπε η μικρή μαυρομάλλα κοπελίτσα και ξεκίνησε να ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλιά. Η κοκκινομάλλα, σαν να άκουσε κάτι, κάποιο μακρινό θόρυβο και κοίταξε προς τα πίσω. «Έλα, άφησέ τους αυτούς, πλέον είμαστε όλοι ασφαλείς. Μην σε ανησυχούν αυτοί, θα πάρουν αυτό που τους αξίζει», είπε η μικρή και άπλωσε το χεράκι της προς την κοκκινομάλλα. Εκείνη, έμεινε για λίγο σκεπτική, αλλά στο τέλος έπιασε το χεράκι της μικρής και την ακολούθησε στην επιφάνεια…. Καθώς η φωτιά συνέχιζε να καίει, το ένα πτώμα μετά το άλλο, άρχισαν να κουνιούνται και οι πληγές τους να κλείνουν. Μετά από αρκετά λεπτά οι πληγές τους είχαν θεραπευτεί πλήρως. «Χα, χα, χα!!! Σας το είπα αδέρφια μου, με την σάρκα των παιδιών που έχουμε καταναλώσει και προσφέρει στον αφέντη μας, τίποτα πλέον δεν μπορεί να μας σκοτώσει. Είμαστε αθάνατοι! Άντε, σηκωθείτε. Ώρα να κυνηγήσουμε αυτόν που μας χτύπησε πισώπλατα και μας έκλεψε το φαί μας». Λέγοντας αυτά τα λόγια, οι τρεις άνδρες σηκώθηκαν και ξεκίνησαν να τρέχουν προς την στοά που οδηγεί στην έξοδο. Καθώς όμως έτρεχαν και θολωμένοι από την έξαψη του κυνηγιού, δεν παρατήρησαν γύρω τους την κόκκινη, ομίχλη που άρχισε να τους περιβάλλει και πριν το πάρουν μυρωδιά, είχε γίνει τόσο πυκνή που δεν μπορούσαν να δουν ούτε τη μύτη τους. Μερικά λεπτά αργότερα, η ομίχλη διαλύθηκε και οι στοές έμειναν άδειες χωρίς κανένα ίχνος από τους τρεις άνδρες, ούτε από το μέρος που είχαν κατασκήνώσει, σα να μην υπήρχαν ποτέ. 
    Επάνω, το μελαχρινό κοριτσάκι ήταν χαρούμενο και ομιλιτικό. Ρωτούσε διάφορα την κοκκινομάλλα για τη ζωή της, και όχι μόνο, καθώς κάθονταν οι δύο τους και έτρωγαν σε μια ταβέρνα με διάφορα περίεργα πλάσματα γύρω τους ….
  To Be Continued ....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου